Για σημεία που δημιουργούν ασάφειες και απαιτούν διευκρινίσεις κάνουν λόγο στελέχη εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, πιο γνωστών ως servicers, και τραπεζών μετά τη δημοσίευση χθες το απόγευμα της απόφασης του Άρειου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού της δόσης των δανείων του νόμου Κατσέλη.
Στελέχη εταιρειών servicers, με τη συνδρομή δικηγόρων, πραγματοποίησαν σύσκεψη χθες για μια πρώτη αποτίμηση της απόφασης και τον καθορισμό της στάσης των εταιρειών του κλάδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, εκτιμούν ότι η απόφαση αφήνει περιθώρια ερμηνειών, ενώ κάποιοι δικηγόροι κάνουν λόγο για ασάφεια αναφορικά με την περίοδο υπολογισμού του τόκου.
Όπως σημειώνουν τραπεζικές πηγές στο BD, η απόφαση είναι ξεκάθαρη ως προς το ότι ο τόκος θα υπολογίζεται στη δόση, ωστόσο υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα και διαφορετικές ερμηνείες ως προς το πώς εφαρμόζεται πρακτικά και από πότε.
Σημειώνουν ότι η απόφαση του ΑΠ κάνει διάκριση ανάμεσα σε δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο και σε δάνεια με σταθερό επιτόκιο και δεν είναι σαφές ποια είναι η τοκοφόρος περίοδος.
Εάν ο υπολογισμός του τόκου γίνει «… επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο το χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της», όπως αναφέρει μεταξύ άλλων η απόφαση, τότε η δόση θα περιλαμβάνει τόκους.
Όλα αυτά προβληματίζουν τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και, σύμφωνα με πληροφορίες του Business Daily, εξετάζουν την υποβολή διευκρινιστικών ερωτημάτων στον Άρειο Πάγο, προκειμένου να αποσαφηνιστούν κάποιες πλευρές της απόφασης.
Τα δύο ερωτήματα που εξέτασε ο ΑΠ
Τα δύο ερωτήματα, σύμφωνα με την απόφαση, για τα οποία κλήθηκε το ανώτατο δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με το «αν το αναφερόμενο στο ιστορικό της παρούσας πράξης διατακτικό χρήζει ή όχι ερμηνείας ως προς τον υπολογισμό του επιτοκίου των μηνιαίων δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας», ήταν:
«α) αν το επιτόκιο, που θεσπίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης, επί του συνόλου του οριζομένου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, ή
β) το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα της εξόφλησής της, στη δε τελευταία περίπτωση, αν το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται για όλο το χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως την εξόφληση κάθε δόσης ή μόνο από τον ορισθέντα με τη ρύθμιση μήνα καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφλησή της.»
Η απόφαση της Ολομέλειας
Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου:
«Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφαίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι: η διάταξη της με αριθ. 16/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, όπως μεταρρυθμίστηκε με τις με αριθ. 1072/2012 και 244/2019 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, είναι ασαφής και χρήζει ερμηνείας ως προς το (ερμηνευτικό) ζήτημα σχετικά με το κατά πόσο το επιτόκιο που θεσπίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης στο σύνολο του οριζόμενου κεφαλαίου οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής εκ κεφαλαίου και τόκων για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης ή εάν πρέπει το επιτόκιο αυτό να υπολογίζεται αυτοτελώς δι’ εκάστη των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα εξόφλησής της, ως προς το οποίο προσήκει η απάντηση ότι, κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ως προς τον υπολογισμό του (επιτοκίου) παραπάνω.
Παραπέμπει την υπόθεση, για την ολοκλήρωση της εκδίκασής της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο (πρώην Ειρηνοδικείο) Ιωαννίνων.»
Η κριτική στον Άρειο Πάγο
Τραπεζικές πηγές κάνουν λόγο για απόφαση που συνιστά πλήγμα στην ασφάλεια δικαίου και μπορεί να έχει ευρύτερες και σοβαρότερες επιπτώσεις από τις άμεσες οικονομικές.
Το χειρότερο για τη χώρα, σημειώνουν, είναι ότι η ανατροπή ενός κομβικού τραπεζικού κανόνα, που ισχύει σε όλο τον δυτικό κόσμο, δεν γίνεται από κάποιο Πρωτοδικείο αλλά από τον Άρειο Πάγο, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας.
Με την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, υποστηρίζουν ότι οι δικαστές ξαναγράφουν την τραπεζική πρακτική, σύμφωνα με την οποία ο τόκος ενός δανείου υπολογίζεται επί του άληκτου κεφαλαίου και όχι επί της μηνιαίας δόσης, μετατρέποντας έτσι ένα έντοκο δάνειο σε άτοκο, για κοινωνικούς λόγους.
Κάτι που, όπως αναφέρουν, δεν συμβαίνει ούτε στην ισλαμική τραπεζική, η οποία απαγορεύει τον τόκο, ωστόσο αποδίδει αμοιβή και κέρδη στον πιστωτή από τη χρήση του κεφαλαίου.
Ειδική περίπτωση τα δάνεια Κατσέλη, δεν αλλάζουν οι κανόνες
Το ανώτατο δικαστήριο δικαίωσε τη θέση των δανειοληπτών, αναγνωρίζοντας ότι από τη στιγμή που το δικαστήριο καθόρισε τη δόση που μπορεί να πληρώνει ένας οφειλέτης, π.χ. 481,66 ευρώ, δεν μπορεί ο τόκος να «ξαναχτιστεί» πάνω σε ολόκληρο το κεφάλαιο, κάτι που θα οδηγούσε τελικά σε μεγαλύτερη δόση.
Με το σκεπτικό αυτό, ο τόκος πρέπει να εμπεριέχεται στη δόση που όρισε το δικαστήριο.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια δικαίου, σημειώνουν ότι η απόφαση αφορά μια ειδική περίπτωση ευάλωτων νοικοκυριών, που έχουν ενταχθεί στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη, και δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλα δάνεια.
Πρόκειται για μια ειδική περίπτωση δανειοληπτών, σημειώνουν, για τους οποίους έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου Κατσέλη για την προστασία της πρώτης κατοικίας.
Τι ακολουθεί
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η απόφαση δικαιώνει όσους είχαν προσφύγει. Για να πετύχουν και άλλοι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη τη ρύθμιση της δόσης σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ, θα πρέπει να προσφύγουν δικαστικά, με δεδομένη την κατάληξη μετά την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου.
Επίσης, εκτιμάται ότι θα υπάρξει κύμα προσφυγών που θα ζητούν την αναδρομική εφαρμογή του τρόπου υπολογισμού των δόσεων, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διεκδικήσεις επιστροφής ποσών που έχουν εισπραχθεί ως τόκοι.
Δεν υπάρχει ακόμη καμία εκτίμηση από τους servicers για την οικονομική επίπτωση της απόφασης στα business plans και στο σχέδιο «Ηρακλής».
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θέλει να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει καμία επίπτωση στο σχέδιο «Ηρακλής» που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει εγγυήσεις του Δημοσίου, επιβαρύνοντας το δημόσιο χρέος.