Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, τόνισε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς «λίγα ευρώ παραπάνω», αλλά μια εξέλιξη με πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Όπως σημείωσε, η αύξηση επηρεάζει εργαζόμενους, επιχειρήσεις και συνολικά την οικονομία.
Σύμφωνα με τον κ. Κορκίδη, η αύξηση σημαίνει άμεση ενίσχυση του καθαρού εισοδήματος για περισσότερους από 575.000 εργαζόμενους, δηλαδή το 23% όσων απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα και αμείβονται με κατώτατο μισθό.
Πρόκειται για περισσότερα «χρήματα στην τσέπη» και βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, ιδίως στα χαμηλότερα εισοδήματα, σε συνδυασμό με τη μειωμένη φορολογία.
Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί ως βάση για το συνολικό μισθολογικό σύστημα, παρασύροντας ανοδικά τις αποδοχές που συνδέονται με τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες.
Η αύξηση επηρεάζει 22 επιδόματα, μεταξύ των οποίων τα βασικά, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας και ανεργίας, καθώς και προγράμματα της ΔΥΠΑ.
Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος μισθός καθορίζει τον εισαγωγικό μισθό, με αποτέλεσμα περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι να δουν αυξήσεις, ανάλογα με τα μισθολογικά τους κλιμάκια.
Ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής πολιτικής
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ επισήμανε την ανάγκη διατήρησης ισορροπίας, ώστε να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων, όπως είπε, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το κόστος εργασίας, κυρίως για τις μικρές επιχειρήσεις και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, προκειμένου να αποφευχθούν αρνητικές επιπτώσεις από την αύξηση του «μοναδιαίου κόστους εργασίας» και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Στρατηγικός στόχος για τη διετία 2026-2027 είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα, παρά τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει η ελληνική επιχειρηματικότητα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού εκτιμάται ότι θα προσθέσει πάνω από μισό δισ. ευρώ ετησίως στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα.
Από την 1η Απριλίου 2026 τίθεται σε ισχύ ο νέος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, με αύξηση 4,5%, η οποία θα αποτυπωθεί αρχικά στο Δώρο Πάσχα που θα καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου.
Παρά το αυξημένο κόστος για τις επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα για τους εργαζόμενους, μείωση ανισοτήτων, ενίσχυση της κατανάλωσης και στήριξη της ανάπτυξης.
Όπως υπογράμμισε ο κ. Κορκίδης, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις προς τους εργαζομένους και έμμεσα «αυτοχρηματοδότηση» της αγοράς.