Σημαντικές επιπτώσεις για τους πολίτες και την ελληνική οικονομία ενδέχεται να προκαλέσει η απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον «νόμο Κατσέλη», η οποία ορίζει ότι ο τόκος στις ρυθμίσεις υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου.
Ενώ αναμένεται η καθαρογραφή της απόφασης, παράγοντες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και της Τραπέζης της Ελλάδος προετοιμάζουν τη «γραμμή άμυνας». Όπως σημειώνουν, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις τράπεζες και στο πρόγραμμα «Ηρακλής», όπου η μείωση των ανακτήσεων μπορεί να δημιουργήσει χρηματοδοτικό κενό έως και 1 δισ. ευρώ, με πιθανή ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι συνέπειες επεκτείνονται και στους ίδιους τους δανειολήπτες, καθώς η επιδείνωση των ταμειακών ροών στις τιτλοποιήσεις αυξάνει την αβεβαιότητα γύρω από τις ρυθμίσεις και τη βιωσιμότητα των λύσεων που τους αφορούν. Αυτό εντείνει το οικονομικό και κοινωνικό βάρος για χιλιάδες νοικοκυριά.
Παράλληλα, η μεταβολή βασικών χρηματοοικονομικών παραμέτρων εκ των υστέρων υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και πλήττει την κανονικότητα που είχε αποκατασταθεί τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας αίσθηση θεσμικής αστάθειας και επιδρώντας αρνητικά στην εμπιστοσύνη, τις επενδύσεις και τη σταθερότητα της οικονομίας.
Πέντε βασικές επιπτώσεις
1. Μείωση νέας στεγαστικής πίστης: Η απόφαση αναμένεται να οδηγήσει τις τράπεζες σε πιο προσεκτική στάση στη χορήγηση νέων στεγαστικών δανείων, δίνοντας έμφαση σε δανειολήπτες με σταθερά εισοδήματα και υψηλή πιστοληπτική ικανότητα. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να περιορίσει τη ροή νέας στεγαστικής πίστης, επηρεάζοντας τη ζήτηση για κατοικίες και τη δυναμική της αγοράς. Οι τραπεζίτες εκφράζουν επίσης φόβους για αύξηση επιτοκίων δανεισμού.
2. Ανησυχία για αύξηση πλειστηριασμών: Η ανάγκη κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού στις τιτλοποιήσεις μπορεί να οδηγήσει σε εντατικοποίηση πλειστηριασμών και ρευστοποιήσεων περιουσιακών στοιχείων, με σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις.
3. Επενδυτικοί κίνδυνοι: Η δικαστική μεταβολή χρηματοοικονομικών παραμέτρων, ειδικά αν εφαρμοστεί αναδρομικά, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο σε τιτλοποιήσεις και χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομίας, αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την προσέλκυση επενδύσεων και την πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου. Ο οίκος Moody’s εκτιμά ότι η απόφαση εισάγει πρόσθετη νομική αβεβαιότητα και μεσοπρόθεσμες προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες.
4. Επίδραση στην κουλτούρα πληρωμών: Η απόφαση ενδέχεται να δημιουργήσει προσδοκίες ευνοϊκότερης μεταχείρισης και σε άλλες κατηγορίες οφειλετών, γεγονός που μπορεί να αποδυναμώσει την κουλτούρα πληρωμών και να επαναφέρει φαινόμενα στρατηγικής αθέτησης, σε μια περίοδο που έχει επιτευχθεί ουσιαστική εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.
5. Διεθνής πρωτοτυπία: Η απόφαση του Αρείου Πάγου αποκλίνει από τη διεθνή τραπεζική πρακτική, καθώς καθιερώνει εκτοκισμό στεγαστικών δανείων επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου, χωρίς να υπάρχει γνωστό προηγούμενο σε άλλη χώρα.
Αναμονή αποσαφήνισης και κρίσιμα ερωτήματα
Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η περίμετρος εφαρμογής της απόφασης. Πρέπει να διευκρινιστεί αν θα ισχύσει αναδρομικά ή μόνο για το μέλλον, ποιες κατηγορίες δανείων αφορά και αν επηρεάζει εκτελούμενες ή μόνο εκκρεμείς δικαστικές ρυθμίσεις. Η οριοθέτηση αυτή θα καθορίσει το εύρος των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών επιπτώσεων και τις αντίστοιχες κινήσεις του υπουργείου Οικονομίας.
Ο «νόμος Κατσέλη» και τα στοιχεία εφαρμογής
Η προστασία της πρώτης κατοικίας θεσπίστηκε το 2010 με τον ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη»), στην έναρξη της κρίσης, με λήξη στο τέλος του 2018 και οριστικό τερματισμό τον Φεβρουάριο 2019. Ο νόμος εμφάνισε αδυναμίες, όπως η απουσία άρσης τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου και οι μεγάλες καθυστερήσεις εκδίκασης, που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν τη δεκαετία.
Περίπου το 43% των αιτήσεων απορρίφθηκαν λόγω κρίσης περί «δολιότητας». Για όσους εντάχθηκαν επιτυχώς, προβλεπόταν διάσωση της πρώτης κατοικίας με αποπληρωμή έως 80% της αντικειμενικής αξίας σε 20 έως 35 έτη, ενώ η εκποίηση δευτερεύουσας κατοικίας συχνά δεν υλοποιήθηκε.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, έως το τέλος του 2024 περίπου 195.000 δανειολήπτες έχουν ενταχθεί στον «νόμο Κατσέλη». Τα δάνεια ανέρχονται σε 6,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 5,4 δισ. ευρώ (140.000 δανειολήπτες) βρίσκονται σε τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.