Δύο βασικά «αγκάθια» της πρόσφατης απόφασης του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων των «κόκκινων» δανείων που υπάγονται στον νόμο Κατσέλη προκαλούν έντονη ανησυχία σε τράπεζες, servicers και funds, την ώρα που η αγορά αναμένει την καθαρογραφή της απόφασης.
Το πρώτο αφορά το κατά πόσο η απόφαση θα έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή αν θα ανοίξει τον δρόμο για απαιτήσεις επιστροφής τόκων που έχουν ήδη εισπραχθεί στο πλαίσιο υφιστάμενων ρυθμίσεων, ένα ζήτημα που μέχρι στιγμής δεν έχει αποσαφηνιστεί και θεωρείται κρίσιμο για το ύψος της δυνητικής επιβάρυνσης.
Το δεύτερο, και εξίσου σημαντικό, σχετίζεται με τον κίνδυνο νέου κύματος προσφυγών από οφειλέτες που έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, με στόχο να διεκδικήσουν την εφαρμογή αντίστοιχου ευνοϊκού τρόπου υπολογισμού των τόκων, δεδομένου ότι και ο εξωδικαστικός συνιστά πτωχευτική διαδικασία.
Οι δύο αυτές παράμετροι, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ενδέχεται να διευρύνουν σημαντικά τις επιπτώσεις της απόφασης, τόσο για τις ανακτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια όσο και για το δημοσιονομικό ρίσκο που συνδέεται με τις κρατικές εγγυήσεις του σχεδίου Ηρακλής.
Επιπλέον μια κρίσιμη παράμετρος, που αναμένεται να ξεκαθαρίσει με την δημοσίευση της απόφασης, είναι αν το επιτόκιο που υπολογίζεται αυτοτελώς κάθε μήνα θα υπολογίζεται συνολικά για όλο το χρόνο της ρύθμισης, από την έναρξη μέχρι την εξόφληση, ή μόνο τον μήνα καταβολής της δόσης.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου διευθέτησε μια υπόθεση που απασχόλησε ιδιαιτέρως τους πολίτες και τους αρμόδιους φορείς, όμως δημιούργησε και νέους προβληματισμούς σχετικά με το δημοσιονομικό ρίσκο που μπορεί να προκύψει, καθώς η νέα ερμηνεία ορίζει πως οι οφειλόμενοι τόκοι για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του νόμου Κατσέλη θα συνεχίσουν να υπολογίζονται στη δόση που καταβάλλεται κάθε μήνα και όχι επί του συνόλου της οφειλής.
Οι τράπεζες υπογραμμίζουν ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου ανατρέπει έναν κομβικό τραπεζικό κανόνα που ισχύει σε όλον τον δυτικό κόσμο και, παρόλο που ακόμη η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έχει καθαρογραφεί, εγείρονται σημαντικές ανησυχίες για τις επιπτώσεις.
Από την άλλη πλευρά νομικές πηγές που υποστήριξαν την υπόθεση σημειώνουν ότι ο νόμος Κατσέλη αποτελεί ειδικού τύπου δίκαιο, που έρχεται να αντιμετωπίσει ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα, και δεν τίθεται θέμα ανατροπής τραπεζικών κανόνων.
Χθες πάντως στο χρηματιστήριο οι μετοχές των τραπεζών δέχθηκαν ισχυρότερες πιέσεις με την αγορά να προσπαθεί να χαρτογραφήσει το μέγεθος και το εύρος των επιπτώσεων της απόφασης του Αρείου Πάγου για τα στεγαστικά δάνεια του νόμου Κατσέλη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης των τραπεζών υποχώρησε κατά -2,12% ο Γενικός Δείκτης σημείωσε πτώση -1,43%.
Τι ανησυχεί τις τράπεζες
Σύμφωνα με πηγές του χρηματοπιστωτικού κλάδου, μια βασική ανησυχία που εγείρει η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι πως ανοίγει ο ασκός του Αιόλου για μαζικές προσφυγές και στους οφειλέτες μη εξυπηρετούμενων δανείων που ρύθμισαν δάνειά τους μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού, προκειμένου να διεκδικήσουν αντίστοιχο τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Όπως σχολιάζουν τραπεζικές πηγές στο BD, είναι παράλογο ο ένας πτωχευτικός μηχανισμός να παρέχει εξαιρετικά ευνοϊκές ρυθμίσεις και ο άλλος έντοκες, οπότε θα απαιτηθεί, και δικαίως, εξομοίωση.
Επιπλέον, μέχρι να κοινοποιηθεί η καθαρογραμμένη απόφαση, μένει ανοιχτό το «παραθυράκι» για αναδρομική ισχύ, η οποία μεταφράζεται σε ακόμη μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση για το Δημόσιο από τις τιτλοποιήσεις του σχεδίου «Ηρακλής», που μπορεί να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 1,3 δισ. ευρώ.
Για την ώρα εκτιμάται πως δεν θα υπάρξει σχετική αναφορά, όμως η αγορά θεωρεί δεδομένο ότι θα ακολουθήσει νέο κύμα προσφυγών που θα ζητούν την αναδρομική ισχύ της απόφασης, διεκδικώντας την επιστροφή τόκων που έχουν καταβληθεί.
Επιπλέον διατυπώνονται αιτιάσεις ότι η απόφαση υπέρ των δανειοληπτών αποτελεί πλήγμα στην κουλτούρα πληρωμών, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτήθηκε πολύς χρόνος και προσπάθεια.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, δεν αποκλείεται να επηρεαστεί η πιστωτική συμπεριφορά των τραπεζών και να γίνουν πιο συντηρητικές κατά τη χορήγηση δανείων και δη στεγαστικών, προκειμένου να αποφύγουν επίφοβα δάνεια.
Αν και η απόφαση επηρεάζει ελάχιστα τα «ταμεία» τους, οι τράπεζες έχουν πολλούς λόγους να δίνουν στεγαστικά δάνεια μόνο σε εύπορους πελάτες, δεδομένων των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων στη στεγαστική πίστη και της υπολειτουργίας των πλειστηριασμών.
Ως αποτέλεσμα, οι νέοι, καθώς και κάθε άτομο με οριακά οικονομικά στοιχεία, χωρίς τη δυνατότητα να καλύπτουν με μετρητά μεγάλο μέρος του δανείου, μένουν εκτός των χρηματοδοτήσεων, παρόλο που μόλις πρόσφατα κατάφεραν να γίνουν και πάλι μέρος αυτής της αγοράς.
Τέλος, υπάρχει και ο ηθικός κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ο νόμος από άτομα που στην πραγματικότητα βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική θέση και το «κούρεμα» της οφειλής τους δεν επηρεάζει τόσο άμεσα την ποιότητα ζωής τους.
Αξίζει να αναφερθεί πως η εν λόγω διάταξη λειτουργεί ευεργετικά για περίπου 300.000 νοικοκυριά που είναι ενταγμένα στον νόμο Κατσέλη, και τα οποία διέσωσαν με πολύ κόπο την πρώτη τους κατοικία την περίοδο της κρίσης, ωστόσο τραπεζικές πηγές αναφέρουν στο BD ότι στον νόμο έχουν ενταχθεί και νοικοκυριά σε καλή οικονομική κατάσταση, εκμεταλλευόμενα τα ελαστικά κριτήρια του νόμου.
Δεδομένης της χαμηλής φορολογικής συμμόρφωσης, ειδικά πριν από την κρίση, και της εκτεταμένης φοροδιαφυγής, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που έκαναν χρήση του νόμου Κατσέλη, ενώ στην πραγματικότητα τα εισοδήματά τους ήταν και παραμένουν μεγάλα.
Ως αποτέλεσμα, τα πραγματικά ευάλωτα νοικοκυριά «τσουβαλιάστηκαν» με όσους δεν αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα, θολώνοντας το τοπίο στον δημόσιο λόγο.
Στους φορολογούμενους ο λογαριασμός
Πάντως, η βασική ανησυχία που εγείρει η διάταξη είναι ο «λογαριασμός» τελικά να μην καταλήξει σε τράπεζες και servicers, αλλά στους φορολογούμενους της χώρας.
Πηγές του κλάδου επισημαίνουν πως αν μειωθούν σημαντικά τα έσοδα από τα «κόκκινα» δάνεια, αυτοί που θα βάλουν τελικά το χέρι στην τσέπη θα είναι το Δημόσιο και κατ’ επέκταση οι φορολογούμενοι, καθώς οι επενδυτές που έχουν αποκτήσει τις τιτλοποιήσεις προστατεύονται από το «μαξιλάρι» των εγγυήσεων που προβλέπει το σχέδιο «Ηρακλής».
Ουσιαστικά, το Δημόσιο παρέχει κρατική εγγύηση για τις τιτλοποιήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), σύμφωνα με την οποία αν τα έσοδα που επιτυγχάνουν οι servicers από τις ανακτήσεις δεν επαρκούν για τις απαιτούμενες πληρωμές, τότε θα ενεργοποιηθεί η κρατική εγγύηση του Σχεδίου Ηρακλής και το οικονομικό «κενό» θα πρέπει να το γεμίσει το Δημόσιο.
Αυτο σημαίνει πως αν θεωρητικά οι ανακτήσεις μηδενίζονταν και δεν υπήρχαν έσοδα τότε θα ενεργοποιούνταν οι κρατικές εγγυήσεις και το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εγγυήσεων θα βάραινε το δημόσιο χρέος.
Φυσικά, αυτό το σενάριο απέχει πολύ από την πραγματικότητα, όμως δεν είναι απίθανο η απόφαση του Αρείου Πάγου να «χτυπήσει» κάποια τιτλοποίηση και το Δημόσιο να χρειαστεί να βάλει το χέρι στην τσέπη για να αποζημιώσει τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Έρευνα της KPMG αναφέρει πως, στο πλαίσιο των κρατικών αποζημιώσεων του σχεδίου «Ηρακλής», η αρνητική επίπτωση στις τιτλοποιήσεις αναμένεται να φτάσει περίπου στο 1 δισ. ευρώ, κάτι που αναμένεται να επιφέρει ζημία στο Δημόσιο.
Αντιθέτως, οι servicers θα υποστούν περιορισμένες ζημιές από αμοιβές που δεν θα εισπράξουν λόγω μη επίτευξης στόχων, ενώ η ζημία για τις τράπεζες υπολογίζονται περίπου στα 130 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές.
Σημειώνεται ότι για την παροχή των εγγυήσεων δεν έχει επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός, δεν έχουν δοθεί λεφτά στους επενδυτές, αλλά αποτελούν μια δέσμευση ότι το Δημόσιο θα καλύψει τα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων σε περίπτωση που τα έσοδα από ανακτήσεις δεν επαρκούν.