Η πρόσφατη συμφωνία για την απόκτηση μειοψηφικού ποσοστού 30% στην Allianz από την Εθνική Τράπεζα δεν αποτελεί ένα απλό deal, αλλά έρχεται να θεραπεύσει μια μακροχρόνια πληγή που άνοιξε στην εποχή των μνημονίων και της ασφυκτικής εποπτείας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από τους δανειστές.
Η εξαγορά ασφαλιστικών εταιρειών από τράπεζες αποτελεί ένα είδος επιστροφής στην κανονικότητα, δεδομένου ότι οι τράπεζες πριν την κρίση είχαν ισχυρή παρουσία στον τομέα των ασφαλειών, δραστηριότητα που υποχρεώθηκαν να πουλήσουν λόγω της τρόικας.
Συγκεκριμένα, η τρόικα πίεσε τις τράπεζες να περιορίσουν δραστικά τη συμμετοχή τους σε μη τραπεζικές δραστηριότητες, θεωρώντας ότι έτσι θα ενισχυθεί η κεφαλαιακή τους επάρκεια και θα περιοριστεί ο συστημικός κίνδυνος.
Σε αυτό το πλαίσιο, υποχρεώθηκαν να αποεπενδύσουν από ασφαλιστικές εταιρείες, ακόμη κι αν επρόκειτο για περιουσιακά στοιχεία με σταθερή κερδοφορία και ισχυρά μερίδια αγοράς, που πρόσθεταν αξία στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Η περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας και της Εθνικής Ασφαλιστικής αποτελεί μια από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εκείνης της εποχής, καθώς η διαδικασία πώλησης διήρκεσε χρόνια, με διαδοχικούς διαγωνισμούς, αποτυχημένες συμφωνίες και συνεχείς πιέσεις από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για ολοκλήρωση του deal.
Το ιστορικό της πώλησης
Η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής τον Μάρτιο του 2021 δεν ήταν μια στρατηγική επιλογή της Εθνικής Τράπεζας, αλλά ένα απαραίτητο βήμα προκειμένου να ολοκληρώσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε για τη λήψη κρατικής βοήθειας, μέσω των ανακεφαλαιοποιήσεων του 2012 και του 2015.
Ουσιαστικά, επειδή η Εθνική Τράπεζα δέχθηκε κρατική ενίσχυση το 2012 και το 2015, δεσμεύτηκε στην Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν να αποεπενδύσει κατά τουλάχιστον 80% από την Εθνική Ασφαλιστική.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η κρατική βοήθεια που έλαβε θα μπορούσε να κριθεί παράνομη και να απαιτηθεί η επιστροφή της, κάτι που θα μείωνε σημαντικά τα κεφάλαια της Εθνικής Τράπεζας και θα έθετε σε κίνδυνο την υγιή λειτουργία της.
Ως αποτέλεσμα, η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής αποτέλεσε μονόδρομο για την τράπεζα, η οποία έπειτα από πολυετείς συζητήσεις που δεν καρποφόρησαν ποτέ, τελικά υπέγραψε συμφωνία με τη CVC Capital Partners για την πώληση του 90,01% του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Ασφαλιστικής.
Η συμφωνία προέβλεπε πως η Εθνική Τράπεζα θα εισπράξει 346,5 εκατ. ευρώ για την πώληση του 90,1% της εταιρείας και ακόμη ένα ποσό έως 120 εκατ. ευρώ για την 15ετή συμφωνία αποκλειστικής διάθεσης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων μέσω των δικτύων της.
Η προσφορά κρίθηκε πολύ χαμηλή από την Εθνική Τράπεζα και την αγορά, ωστόσο δεν υπήρχαν περιθώρια αναθεώρησης, καθώς είχαν εξαντληθεί τα χρονικά όρια για την πώληση της εταιρείας.
Άλλωστε, εκείνη την εποχή καμία άλλη συστημική τράπεζα δεν είχε στον Όμιλό της ασφαλιστική εταιρεία, καθώς είχαν ήδη αναγκαστεί στην πώλησή τους, επομένως η διατήρηση της Εθνικής Ασφαλιστικής θα μπορούσε να κριθεί ως διαστρέβλωση ανταγωνισμού.
Πράγματι, τεσσεράμισι χρόνια μετά επιβεβαιώθηκε πως η αξία της ασφαλιστικής εταιρείας ήταν πολύ μεγαλύτερη, καθώς το fund του CVC πούλησε την Εθνική Ασφαλιστική στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι 600 εκατ. ευρώ.
Από αυτά, τα 540 εκατ. αποτελούν το μερίδιο της CVC, ενώ τα υπόλοιπα 60 εκατ. ευρώ καταβλήθηκαν στην Εθνική Τράπεζα για την απόκτηση του μεριδίου ύψους 9,99% που κατείχε ακόμη στην Εθνική Ασφαλιστική.
Τα «υπερκέρδη» της CVC δεν προέκυψαν μόνο από την μεγάλη απόκλιση μεταξύ του κόστους αγοράς και της τιμής πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικης, αλλά και από μια σειρά κινήσεων του fund που μεγιστοποίησαν τα οφέλη που αποκόμισε από την εταιρεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πώληση του ιστορικού κτιρίου της Εθνικής Ασφαλιστικης στην πλατεία Κοραή στην Dimand, έναντι 48 εκατ. ευρώ, όπως και ο «χορός» των εκατομμυρίων ευρώ που εισέπραξε η διοίκηση από διανομές και εφάπαξ έκτακτες αμοιβές, έπειτα από αποφάσεις των ΓΣ.
Τι προσφέρει στην Εθνική το deal με την Allianz
Πάντως, η Εθνική Ασφαλιστική κατάφερε με τη σειρά της να επανέλθει στον τομέα του bancassurance, μέσω της υπογραφής Μνημονίου Συνεργασίας με την Allianz για μακροχρόνια συνεργασία που αναμένεται να ξεκινήσει το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Μέσα από τη συμφωνία, η Εθνική Τράπεζα θα αυξήσει με βιώσιμο τρόπο τα κέρδη της, τετραπλασιάζοντας τις προμήθειες από ασφάλειες, και θα δημιουργήσει μακροπρόθεσμη αξία για τους μετόχους της.
Υπενθυμίζεται ότι στο guidance που είχε δώσει η διοίκηση για την ερχόμενη τριετία δεν είχε υπολογιστεί η συνεργασία με την Allianz, επομένως τα έσοδα που θα αποφέρει στους ισολογισμούς της Εθνικής είναι πρόσθετα των προβλέψεων.
Επιπλέον, η συνεργασία αναμένεται να αποφέρει αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 4% και αύξηση της απόδοσης επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων άνω των 50 μονάδων βάσης.
Μάλιστα, τα πλεονεκτήματα του deal για την Εθνική Τράπεζα δεν περιορίζονται στις τραπεζοασφαλίσεις, αλλά εκτίνονται και σε λύσεις wealth και asset management, που επίσης προσφέρει η Allianz στους πελάτες της.