Το Μαλί βρέθηκε το Σάββατο στο επίκεντρο νέου κύματος συντονισμένων επιθέσεων μεγάλης κλίμακας, που εξαπέλυσαν τζιχαντιστικές οργανώσεις και σύμμαχοί τους αυτονομιστές Τουαρέγκ. Οι συγκρούσεις εκδηλώθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας, λίγες εβδομάδες μετά την κατάληψη της στρατηγικής πόλης Κιντάλ και τον θάνατο του υπουργού Άμυνας.
Από τις πρώτες πρωινές ώρες, οι επιθέσεις σημειώθηκαν στη Γκαό, την Ανεφί, την Αγκελόκ, τη Σεβαρέ και τη φυλακή της Κενιερομπά, 70 χιλιόμετρα νότια από την πρωτεύουσα Μπαμακό. Σύμφωνα με τον στρατό και πηγές ασφαλείας που επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο, οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα σφοδρές.
Οι μάχες ξέσπασαν περίπου δύο μήνες μετά τις επιθέσεις της Οργάνωσης Υποστήριξης στο Ισλάμ και τους Μουσουλμάνους (ΟΥΙΜ) και του Μετώπου Απελευθέρωσης του Αζαουάντ (ΜΑΑ), οι οποίες είχαν προκαλέσει σημαντικά πλήγματα στο στρατιωτικό καθεστώς της Μπαμακό.
Ο στρατός ανακοίνωσε αρχικά ότι οι επιθέσεις «απωθήθηκαν με σθένος». Αργότερα, επιβεβαίωσε ότι απώθησε επιθέσεις και στις πόλεις Κονά και Σομαντουγκού, σε συνεργασία με ρώσους παραστρατιωτικούς του λεγόμενου Africa Corps, αναγνωρίζοντας δημόσια τη συνεργασία αυτή.
Ωστόσο, τοπικός αξιωματούχος στην Ανεφί δήλωσε στο AFP ότι «οι αντάρτες ελέγχουν την πόλη» και πως οι «(ρώσοι) παραστρατιωτικοί έχουν οχυρωθεί στο στρατόπεδό τους». Σύμφωνα με την ίδια πηγή, μαχητές του ΜΑΑ αιχμαλώτισαν αρκετούς στρατιωτικούς.
Οι αυτονομιστές ανακοίνωσαν ότι κατέλαβαν «πολλές θέσεις» στην Ανεφί, ενώ η Αγκελόκ παραμένει μία από τις τελευταίες πόλεις υπό τον έλεγχο του στρατού στην επαρχία Κιντάλ.
Κλιμάκωση συγκρούσεων και επέκταση της κρίσης
Η Κιντάλ, που είχε ανακαταληφθεί το 2023 από τον στρατό με τη στήριξη ρώσων παραστρατιωτικών, πέρασε ξανά στα χέρια των αυτονομιστών Τουαρέγκ στα τέλη Απριλίου. Η απώλεια αυτή θεωρείται σοβαρό πλήγμα για τους στρατιωτικούς στην εξουσία.
Στη Γκαό, πύλη για τον έλεγχο του βορρά, κάτοικοι ανέφεραν σφοδρά πυρά και «ισχυρές εκρήξεις». Στη Σεβαρέ, όπου βρίσκεται σημαντική στρατιωτική βάση και αεροδρόμιο, ακούγονταν εκρήξεις το πρωί του Σαββάτου, με τις μάχες να φέρεται να τερματίστηκαν το απόγευμα.
Παράλληλα, η φυλακή της Κενιερομπά, κοντά στην πρωτεύουσα, δέχθηκε επίθεση. Ένας κρατούμενος περιέγραψε τηλεφωνικά στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι «είμαστε κάτω από τα κρεβάτια μας, τα πυρά συνεχίζονται» πριν διακοπούν οι επικοινωνίες.
Ρωσική εμπλοκή και στρατιωτικές επιχειρήσεις
Ο στρατός ανακοίνωσε έναν νεκρό στρατιώτη στη Γκαό και την «εξουδετέρωση» 20 «τρομοκρατών», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Οι ρώσοι παραστρατιωτικοί επιβεβαίωσαν μέσω Facebook ότι συμμετείχαν σε «επιτυχείς επιχειρήσεις μάχης» μαζί με τον στρατό του Μαλί.
Ο Μπακαρί Σαμπέ, διευθυντής του Ινστιτούτου Τιμπουκτού, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις αυτές είναι «ενδιάμεσες» και προανήγγειλε «πιο θεαματική» επίθεση με στόχο την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Ερευνητής του Ινστιτούτου Στρατηγικής Έρευνας (IRS) σημείωσε πως οι τζιχαντιστές επιδιώκουν να εκκαθαρίσουν τον βορρά «προτού κινηθούν νοτιότερα».
Πολιτική και οικονομική αστάθεια
Από το 2012, το Μαλί αντιμετωπίζει βαθιά κρίση ασφαλείας λόγω της δράσης οργανώσεων που συνδέονται με την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, αλλά και εγκληματικών συμμοριών. Η ανασφάλεια συνοδεύεται από σοβαρή οικονομική κρίση.
Μετά τα πραξικοπήματα του 2020 και του 2021, η χώρα κυβερνάται από στρατιωτικούς υπό τον στρατηγό Ασιμί Γκοϊτά. Η χούντα έχει απομακρυνθεί από τη Γαλλία και έχει στραφεί προς τη Ρωσία, με την οποία συνεργάζεται στενά στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας και της εκπαίδευσης.
Οι πρόσφατες επιθέσεις, που στοίχισαν τη ζωή σε 23 ανθρώπους –πολίτες και στρατιωτικούς–, ενίσχυσαν την πίεση στη χούντα, καθώς οι τζιχαντιστές και οι αυτονομιστές έχουν αποκλείσει βασικούς οδικούς άξονες προς την πρωτεύουσα.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, η ΟΥΙΜ επέβαλε αποκλεισμό στην Μπαμακό, προκαλώντας ασφυξία στην οικονομία και σοβαρές ελλείψεις καυσ