Διαχειρίσιμο θεωρεί η Moody’s το κόστος που προκύπτει για τις ελληνικές τράπεζες από τη νομοθετική παρέμβαση στον Νόμο Κατσέλη, εκτιμώντας ότι δεν επηρεάζει ουσιαστικά τα πιστωτικά τους προφίλ, τη φερεγγυότητα ή την πορεία της κερδοφορίας τους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η τροπολογία που επικύρωσε η Βουλή στις 24 Ιουνίου αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα στεγαστικά δάνεια που έχουν ρυθμιστεί με δικαστική απόφαση. Πλέον, οι τόκοι θα υπολογίζονται πάνω στη μηνιαία δόση και όχι στο συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι ο συνολικός λογαριασμός για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς και Alpha Bank, φτάνει περίπου τα 700 εκατ. ευρώ.
Από αυτά, τα 500 εκατ. ευρώ αφορούν απώλεια μελλοντικών εσόδων από τόκους, ενώ τα 200 εκατ. ευρώ συνδέονται με τόκους που είχαν καταβληθεί επιπλέον από ενήμερους δανειολήπτες.
Πρόσθετες προβλέψεις χωρίς πίεση στα κεφάλαια
Η Moody’s αναμένει ότι οι τράπεζες θα σχηματίσουν πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026, ώστε να καλύψουν το μερίδιο του κόστους που τους αναλογεί.
Όπως σημειώνει ο οίκος, η άμεση επιβάρυνση είναι περιορισμένη σε σχέση με τα έσοδα προ προβλέψεων των τραπεζών, τα οποία ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025.
Παράλληλα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας CET1, που κυμαίνονταν από 13% έως 17% τον Μάρτιο του 2026, αφήνουν επαρκή περιθώρια απορρόφησης.
Ο ρόλος του «Ηρακλή» και οι τρεις κίνδυνοι της Moody’s
Σημαντικό ρόλο παίζει και το πρόγραμμα «Ηρακλής», καθώς μεγάλο μέρος των σχετικών δανείων έχει ήδη φύγει από τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω τιτλοποιήσεων.
Οι τράπεζες διατηρούν κυρίως senior notes, τα οποία φέρουν κρατική εγγύηση, ενώ μεγαλύτερο κίνδυνο αναλαμβάνουν οι κάτοχοι των mezzanine και junior τίτλων.
Παρά τη θετική βασική εκτίμηση, η Moody’s εντοπίζει τρεις κινδύνους. Ο πρώτος αφορά πιθανές δικαστικές προσφυγές από δανειολήπτες που εξαιρούνται από επιστροφές.
Ο δεύτερος σχετίζεται με ενδεχόμενη επέκταση της ρύθμισης και σε άλλες κατηγορίες αναδιαρθρωμένων δανείων. Ο τρίτος αφορά την πιθανότητα το τελικό κόστος να αποδειχθεί υψηλότερο, καθώς εκτιμήσεις της αγοράς το ανεβάζουν έως και το 1,3 δισ. ευρώ.