Η ελληνική αγορά ακινήτων συνεχίζει να παρουσιάζει έντονη κινητικότητα, με τις επενδύσεις να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και τη ζήτηση για ποιοτικά ακίνητα να διατηρείται ισχυρή. Παρά τις προκλήσεις που προκαλούν το αυξημένο κόστος κατασκευής, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο, η αγορά επαγγελματικών ακινήτων και οικοπέδων κινείται ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος παραμένει ένας από τους πιο δυναμικούς της ελληνικής οικονομίας. Οι δύο έρευνες που παρουσιάζονται αποτυπώνουν τις τελευταίες τάσεις και προοπτικές, αναλύοντας στοιχεία για τιμές, επενδύσεις, οικοδομική δραστηριότητα και αποδόσεις.
Αγορά επαγγελματικών ακινήτων: Σταθερή ανάπτυξη και διαφοροποίηση
Η αγορά επαγγελματικών ακινήτων στην Ελλάδα διατηρεί τη θετική της πορεία, έχοντας ανακτήσει πλήρως τις απώλειες της κρίσης. Οι τιμές σε γραφεία και καταστήματα υψηλών προδιαγραφών αυξάνονται σταθερά, υποστηριζόμενες από τη συνεχή οικονομική μεγέθυνση, την ενίσχυση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων και τη ζήτηση για σύγχρονους επαγγελματικούς χώρους.
Όπως αναφέρεται σε ανάλυση της Alpha Bank, η ανάπτυξη της αγοράς διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και την κατηγορία ακινήτου. Η Αθήνα καταγράφει ταχύτερη άνοδο τιμών από τη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ τα εμπορικά καταστήματα εμφανίζουν ισχυρότερη μακροχρόνια δυναμική από τα γραφεία. Η συγκέντρωση επιχειρηματικής δραστηριότητας στην πρωτεύουσα, η αυξημένη κατανάλωση και ο τουρισμός ενισχύουν αυτή την τάση.
Η αναθέρμανση της οικοδομικής δραστηριότητας δείχνει προσαρμογή της προσφοράς σε σύγχρονα ακίνητα. Οι επενδύσεις επικεντρώνονται σε επαγγελματικές αποθήκες, τουριστικά ακίνητα και νέους τομείς όπως τα data centers και οι φοιτητικές κατοικίες. Παράγοντες όπως η ενεργειακή αναβάθμιση και η ποιότητα κατασκευής καθορίζουν όλο και περισσότερο τις επενδυτικές επιλογές.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι δείκτες τιμών γραφείων και καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών αυξήθηκαν κατά 5,1% και 4,8% αντίστοιχα το 2025. Η Αθήνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο, με τις τιμές γραφείων να αυξάνονται κατά 7%, υπερβαίνοντας τα επίπεδα του 2010, ενώ στη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα η άνοδος ήταν ηπιότερη.
Στα καταστήματα υψηλών προδιαγραφών, η ανάκαμψη είναι ακόμη ισχυρότερη. Ο δείκτης τιμών το 2025 ξεπέρασε κατά 10,7% το επίπεδο του 2010, με την Αθήνα να σημειώνει αύξηση 17,7%. Η Θεσσαλονίκη και η υπόλοιπη Ελλάδα κατέγραψαν μικρότερες αυξήσεις, 5,3% και 0,8% αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική των εμπορικών ζωνών της πρωτεύουσας.
Οικοδομική δραστηριότητα και επιχειρηματικές προσδοκίες
Η οικοδομική δραστηριότητα στα επαγγελματικά ακίνητα αυξάνεται σταθερά την τελευταία πενταετία. Οι νέες άδειες για γραφεία σχεδόν τριπλασιάστηκαν από το 2019, ενώ τα βιομηχανικά ακίνητα παρουσιάζουν σημαντική άνοδο. Αντίθετα, ο όγκος των έργων μειώθηκε, γεγονός που υποδηλώνει μικρότερες κατασκευές σε σχέση με το 2024.
Η υποχώρηση της τηλεργασίας συνέβαλε στην ενίσχυση της ζήτησης για γραφεία. Το ποσοστό τηλεργασίας μειώθηκε από 14,8% το 2021 σε 6,8% το 2025, σύμφωνα με την Eurostat. Στα εμπορικά καταστήματα, οι νέες άδειες αυξήθηκαν 10% το 2025, με τον όγκο τους να ενισχύεται 41%.
Τα βιομηχανικά κτίρια και τα ξενοδοχεία συνεχίζουν να παρουσιάζουν ισχυρή δραστηριότητα. Το πρώτο δίμηνο του 2026, οι νέες οικοδομικές άδειες αυξήθηκαν κατά 25% σε αριθμό και 84% σε όγκο, με έντονη κινητικότητα σε εμπορικά καταστήματα, εκπαιδευτικά κτίρια και ενοικιαζόμενα καταλύματα.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στα οικοδομικά έργα κινείται ανοδικά από το 2019, με επιτάχυνση στις αρχές του 2026. Οι προσδοκίες για τα επόμενα εξάμηνα παραμένουν ουδέτερες για γραφεία και καταστήματα, αλλά θετικές για αποθήκες και ξενοδοχεία.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις και το αυξημένο κόστος ενέργειας επηρεάζουν τις προβλέψεις για τις τιμές των έργων. Ο κινητός μέσος όρος του σχετικού ισοζυγίου απαντήσεων διπλασιάστηκε τον Μάιο, προσεγγίζοντας τα υψηλά του 2024.
Επενδύσεις και αποδόσεις
Η Έρευνα Επαγγελματικών Ακινήτων της Τράπεζας της Ελλάδος για το Β’ εξάμηνο του 2025 δείχνει ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις αποθήκες, τους βιομηχανικούς χώρους και τα ξενοδοχεία, ενώ τα γραφεία και τα καταστήματα διατηρούν σημαντικά μερίδια στο χαρτοφυλάκιο.
Οι αποδόσεις γραφείων στην κεντρική επιχειρηματική ζώνη της Αθήνας κυμάνθηκαν μεταξύ 6% και 6,8%, με ποσοστά κενών χώρων 5%-9%. Οι αποδόσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως η ενεργειακή απόδοση και οι τεχνικές προδιαγραφές.
Στις αποθήκες, οι αποδόσεις μειώθηκαν σταδιακά από 9,4% το 2019 σε 8% το 2025, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερες από αυτές των γραφείων και των καταστημάτων. Επενδυτικό ενδιαφέρον εντοπίζεται επίσης σε έργα αστικής ανάπλασης και αξιοποίησης πρώην βιομηχανικών περιοχών.
Αγορά οικοπέδων στην Αττική: Συνεχίζεται η άνοδος
Το GEOAXIS Παρατηρητήριο Οικοπέδων (Q1 2026) δείχνει ότι η αγορά οικοπέδων στο Λεκανοπέδιο διατηρεί θετική πορεία για έβδομη συνεχή χρονιά. Οι πιθανές τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 4,21% σε σχέση με το 2025 και 10,05% έναντι του 2024, αν και με ηπιότερο ρυθμό, υποδηλώνοντας προσέγγιση στο ανώτατο σημείο του κύκλου.
Σε βάθος δεκαετίας, οι αξίες έχουν αυξηθεί κατά 48,08%. Η ανισορροπία προσφοράς-ζήτησης σε νεόδμητες κατοικίες εξακολουθεί να στηρίζει τη ζήτηση για γη, χωρίς ενδείξεις δημιουργίας «φούσκας». Παράγοντες όπως το αυξημένο κόστος κατασκευής, η πιθανή αναθεώρηση των ποσοστών αντιπαροχής και η πορεία των αξιών στα Βόρεια Προάστια θα επηρεάσουν την αγορά.
Η μεγαλύτερη αύξηση τιμών καταγράφηκε στο Παλαιό Φάληρο (5,07%), ενώ ακολούθησαν οι Αμπελόκηποι (4,68%), ο Χολαργός (4,17%), το Μαρούσι (3,96%) και το Περιστέρι (3,21%). Οι διάμεσες τιμές κυμαίνονται από 972 έως 2.727 ευρώ ανά τ.μ., ανάλογα με την περιοχή και τον συντελεστή δόμησης.
Τα αδόμητα οικόπεδα άνω του ενός στρέμματος είναι πλέον σπάνια, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύονται από παλαιές κατασκευές. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν παγώσει αρκετές συμφωνίες αντιπαροχής, ενώ η αγορά αναμένει συμπίεση έως 5% στα ποσοστά, εφόσον δεν επανέλθει το σύστημα των bonus.
Συμπεράσματα
Οι έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική αγορά ακινήτων παραμένει ανθεκτική και ελκυστική για επενδύσεις, παρά το σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Η ζήτηση για σύγχρονους επαγγελματικούς χώρους, η συνεχιζόμενη άνοδος των αξιών γης και η ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας καθιστούν τον κλάδο βασικό πυλώνα της οικονομίας.
Ωστόσο, το αυξημένο κόστος κατασκευής, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι θεσμικές μεταβολές αναμένεται να επηρεάσουν τις επενδυτικές αποφάσεις και τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς το προσεχές διάστημα.