Στον «πάγο» μπαίνουν οι αυξήσεις των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με στελέχη της αγοράς να εκτιμούν πως δεν θα ακολουθήσει δεύτερη αύξηση εντός του καλοκαιριού.
Όπως εξήγησαν, η πρώτη άνοδος κατά 25 μονάδες βάσης, η οποία διαμόρφωσε το βασικό επιτόκιο στο 2,25%, ήταν ορθή και αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις σε όλο το εύρος των προϊόντων και υπηρεσιών.
Το ίδιο δήλωσε και η πρόεδρός της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, σε πρόσφατη συνέντευξή της, αναφέροντας πως «πιστεύουμε ότι λάβαμε τη σωστή απόφαση. Ήδη από τον Απρίλιο, μια μεγάλη πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν έτοιμη να λάβει απόφαση, αλλά δεν είχαμε στη διάθεσή μας όλα τα απαραίτητα στοιχεία».
Πλέον ωστόσο, που η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου, οι ανησυχίες για νέα άνοδο του κόστους ενέργειας και επομένως του πληθωρισμού έχουν αρχίσει να εξαλείφονται.
Μάλιστα, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν πως η αύξηση των τιμών στην Ευρωζώνη επιβραδύνθηκε περισσότερο από ό,τι αναμενόταν, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τις ανησυχίες για νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,8% τον Ιούνιο από 3,2% τον Μάιο, που σε συνδυασμό με τη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επιτρέπει στην ΕΚΤ να διατηρήσει στάση αναμονής, έως ότου εξακριβώσει αν αυτή η μείωση είναι παροδική ή μόνιμη.
Ως αποτέλεσμα, η δεύτερη άνοδος των επιτοκίων στις 23 Ιουλίου υποχωρεί ως σενάριο, τοποθετώντας την επόμενη πιθανότητα αύξησης στη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου. Πάντως, σημαντικό τμήμα της αγοράς αναμένει πως ούτε τότε η ΕΚΤ θα αλλάξει τη νομισματική πολιτική της.
Τι σημαίνουν οι αυξήσεις των επιτοκίων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Στην πράξη, μια αύξηση των επιτοκίων συμπαρασύρει προς τα πάνω το κόστος των υφιστάμενων δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπως και το κόστος για νέο δανεισμό. Για παράδειγμα, όσοι έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν τη μηνιαία δόση να ανεβαίνει, καθιστώντας σταδιακά την αποπληρωμή όλο και πιο ακριβή, ειδικά για όσους δανειολήπτες έλαβαν πρόσφατα το δάνειο και έχουν μπροστά τους μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής.
Ενδεικτικά, για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ, με διάρκεια τα 20 έτη, η μηνιαία δόση αυξάνεται κατά 18 ευρώ, λόγω της ανόδου των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο. Από μόνη της, η αύξηση αυτή φαντάζει αμεληταία, αλλά σε βάθος 20ετίας το ποσό αυτό πλησιάζει τις 4.300 ευρώ. Αντιστοίχως, αυτοί που ενδιαφέρονται να λάβουν νέο δάνειο θα πρέπει να υπολογίσουν το αυξημένο κόστος χρήματος, το οποίο επηρεάζει άμεσα το τελικό ποσό αποπληρωμής.
Από την άλλη, η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να περάσει στις καταθέσεις σε δεύτερο χρόνο και με μικρότερη επίδραση, μειώνοντας το όφελος των αποταμιευτών.
Δεν υπάρχει ανησυχία για «κόκκινα» δάνεια και πιστωτική επέκταση
Πάντως, οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών δεν ανησυχούν για την επίδραση που θα έχει η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ στους ισολογισμούς τους, ούτε θεωρούν πως θα επηρεάσει τα business plan που έχουν χαράξει για την ερχόμενη τριετία.
Σύμφωνα με τους επιτελείς των τραπεζών, ακόμη και δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% δεν θα έχουν σοβαρή επίπτωση στην πιστωτική επέκταση των ιδρυμάτων, πόσο μάλλον στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Σίγουρα, η άνοδος των επιτοκίων θα έχει κάποια επίδραση στις χορηγήσεις νέων δανείων και στην αποπληρωμή των υφιστάμενων, όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σε βαθμό που θα απειλήσει με ουσιαστικό τρόπο την πιστωτική επέκταση ή που θα δημιουργήσει μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων.
Επιπλέον, οι ισολογισμοί των τραπεζών έχουν εξυγιανθεί και οι χαμηλοί δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν τις αφήνουν εκτεθειμένους στον ενδεχόμενο πιστωτικό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από την άνοδο των επιτοκίων και της ακρίβειας.