Η άνοδος των τιμών ενέργειας, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει τον πληθωρισμό στο επίκεντρο της νομισματικής πολιτικής στη Ζώνη του Ευρώ, σύμφωνα με την Alpha Bank στο Δελτίο Διεθνών Οικονομικών Ειδήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά από επτά συνεχόμενες συνεδριάσεις στις οποίες κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια, προχώρησε στις 11 Ιουνίου σε αύξηση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,25%.
Σύμφωνα με την Alpha Bank, η απόφαση αυτή ελήφθη σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον, όπου οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται, ενώ η οικονομική δραστηριότητα στη Ζώνη του Ευρώ παραμένει αδύναμη.
Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, μετά από οριακή ανάπτυξη 0,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, αυξάνοντας τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Η τράπεζα επισημαίνει ότι η ΕΚΤ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον υψηλό πληθωρισμό και στην ασθενική ανάπτυξη. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις δευτερογενείς επιπτώσεις, δηλαδή στο ενδεχόμενο οι αυξήσεις τιμών να περάσουν στους μισθούς και στον δομικό πληθωρισμό.
Έτσι, η αύξηση των επιτοκίων έχει και «σηματοδοτικό» χαρακτήρα, δείχνοντας ότι η ΕΚΤ θέλει να αποτρέψει τη μονιμοποίηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Η ενέργεια κρατά ψηλά τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις παίζει η ενέργεια. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία, όπως σημειώνει και ο ΟΟΣΑ στο πρόσφατο Economic Outlook.
Οι αυξημένες τιμές ενέργειας πιέζουν τον πληθωρισμό υψηλότερα και επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
Ο πληθωρισμός ενέργειας παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 11%, γεγονός που δείχνει ότι η αποκλιμάκωση δεν αναμένεται να είναι άμεση. Η Alpha Bank τονίζει ότι η ενέργεια αποτελεί την κύρια εξωγενή πηγή των πληθωριστικών πιέσεων στη Ζώνη του Ευρώ.
Παράλληλα, οι υψηλές τιμές ενέργειας επηρεάζουν και άλλους τομείς της οικονομίας. Το αυξημένο κόστος παραγωγής μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ επηρεάζει και τις μισθολογικές διεκδικήσεις και τις προσδοκίες των καταναλωτών και των επιχειρήσεων.
Ο γενικός πληθωρισμός στη Ζώνη του Ευρώ αυξήθηκε στο 3,2% τον Μάιο, ενώ ο δομικός πληθωρισμός ανήλθε στο 2,5%, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 μηνών. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια, αλλά αποκτούν πιο ευρεία και επίμονη βάση.
Υπηρεσίες και τρόφιμα κρατούν επίμονες τις πιέσεις στις τιμές
Στις υπηρεσίες, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,5%, αντανακλώντας μεγαλύτερη ακαμψία των τιμών. Σύμφωνα με την Alpha Bank, οι μισθολογικές εξελίξεις παραμένουν κρίσιμες, καθώς οι συλλογικές συμβάσεις δείχνουν σταθερή αύξηση μισθών έως το τέλος του έτους, στοιχείο που μπορεί να διατηρήσει τις πιέσεις στις τιμές.
Στα τρόφιμα, ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2%, ωστόσο η αποκλιμάκωση αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή, καθώς το υψηλότερο ενεργειακό κόστος επηρεάζει τις μεταφορές, την παραγωγή και την τελική τιμή των προϊόντων.
Περιορισμένη αγοραστική δύναμη και δύσκολη εξίσωση για ΕΚΤ
Η Alpha Bank σημειώνει ακόμη ότι τα νοικοκυριά έχουν μικρότερα περιθώρια να απορροφήσουν τις αυξήσεις τιμών σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2022. Η απουσία ισχυρής δημοσιονομικής στήριξης και τα χαμηλότερα επίπεδα αποταμίευσης περιορίζουν τη δυνατότητα κατανάλωσης.
Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις κόστους δεν μετακυλίονται πλήρως στις τελικές τιμές, όχι επειδή οι πιέσεις είναι χαμηλές, αλλά επειδή η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών είναι περιορισμένη. Έτσι, ο πληθωρισμός δεν επιταχύνεται εκρηκτικά, αλλά παραμένει επίμονα πάνω από τον στόχο του 2%.
Σύμφωνα με την Alpha Bank, η Ζώνη του Ευρώ βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία πλευρά, η ενέργεια και οι υπηρεσίες διατηρούν τον πληθωρισμό υψηλό· από την άλλη, η ασθενική ζήτηση και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη πιέζουν την ανάπτυξη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ αναμένεται να παραμείνει προσεκτική, με στόχο να περιορίσει τις πληθωριστικές προσδοκίες χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την οικονομία.