Σε αναπτυξιακή πορεία έχει επιστρέψει ο ΔΕΔΔΗΕ από το 2020 και έπειτα όταν και άφησε πίσω του μία δεκαετία υποεπενδύσεων, που δημιούργησαν χρηματοδοτικό κενό 1,7 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε δημοσιογράφους την Παρασκευή τόσο από τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκο Τσάφο, όσο και από τον επικεφαλής του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιο Μάνο, πριν από την οικονομική κρίση οι ετήσιες επενδύσεις του ΔΕΔΔΗΕ ανέρχονταν περίπου στα 525 εκατ. ευρώ, όμως στη συνέχεια υποχώρησαν κοντά στα 150 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, από το 2020 ο Διαχειριστής έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή εκσυγχρονισμού, υλοποιώντας ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης του ελληνικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, με τις επενδύσεις της πενταετίας 2020-2025 να φτάνουν τα 2,8 δισ. ευρώ, έναντι μόλις 0,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2019.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί, πως παρά τη σημαντική αυτή αύξηση, εξακολουθεί να υφίσταται χρηματοδοτικό κενό της τάξης των 1,7 δισ. ευρώ.
Ο ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται σήμερα περίπου 250.000 χιλιόμετρα δικτύου διανομής, 4,5 εκατ. στύλους και 168.000 υποσταθμούς χαμηλής και μέσης τάσης.
Η «αόρατη» επιβάρυνση των καταναλωτών και ο νέος στόχος
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο ΔΕΔΔΗΕ είναι οι λεγόμενες μη τεχνικές απώλειες, δηλαδή η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται αλλά δεν τιμολογείται και δεν εισπράττεται, κοινώς οι ρευματοκλοπές.
Το συνολικό ετήσιο κόστος των ρευματοκλοπών εκτιμάται σήμερα σε περίπου 450 εκατ. ευρώ, ποσό που τελικά μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές (περίπου 60 ευρώ ετησίως ανά λογαριασμό).
Όπως εξήγησε ο κ. Τσάφος, η διαδικασία επιβεβαίωσης μιας ρευματοκλοπής χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς περιλαμβάνει 17 διακριτά βήματα, ενώ περίπου οι μισοί έλεγχοι οδηγούν τελικά σε επιβεβαιωμένες παραβάσεις, ενώ μόλις το 1,5% των υποθέσεων αποδεικνύονται λανθασμένες. Αλλά και σε πολλές από τις λανθασμένες εντοπίζονται ενδείξεις παρέμβασης, όπως σπασμένες σφραγίδες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ, το πρόβλημα διογκώθηκε σταδιακά μέσα από τρεις διαδοχικές κρίσεις που επηρέασαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία, οδηγώντας τις μη τεχνικές απώλειες σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Έτσι, οι μη τεχνικές απώλειες αυξήθηκαν από περίπου 1,1% το 2012-2013 σε 5,1% το 2023. Τα τελευταία δύο χρόνια, ωστόσο, καταγράφεται σαφής αντιστροφή της τάσης, καθώς οι στοχευμένες δράσεις για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση των ρευματοκλοπών έχουν ήδη οδηγήσει τις μη τεχνικές απώλειες πίσω στα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση.
Οι συνολικές τεχνικές και μη τεχνικές απώλειες εκτιμώνται στο 10,8% το 2024 και 10,4% το 2025, με τον ΔΕΔΔΗΕ να στοχεύει να ρίξει το νούμερο αυτό στο 10% φέτος.
Σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, κάθε μείωση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα στις απώλειες μπορεί να αποφέρει περίπου 80 εκατ. ευρώ ετήσια εξοικονόμηση.
Όπως εξήγησε, εξετάζονται παρεμβάσεις για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών, τόσο ως προς τον τρόπο διακανονισμού των υποθέσεων όταν εντοπίζονται παραβάσεις όσο και ως προς την επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών.
Μάλιστα, βρίσκεται υπό εξέταση και η ενίσχυση των ελέγχων, οι οποίοι, όμως, έχουν σημαντικό κόστος, καθώς οι συνεχείς δικαστικές ενέργειες και οι αυτοψίες απαιτούν πόρους. Ωστόσο, όπως είπε, δεν υπάρχει ακόμη κάποια ώριμη πρόταση προς ανακοίνωση.
Αξίζει να αναφέρουμε πως τα ποσά που ανακτώνται από επιβεβαιωμένες ρευματοκλοπές δεν εισπράττονται από τον ΔΕΔΔΗΕ, αλλά κατευθύνονται σε ειδικό αποθεματικό λογαριασμό της ΡΑΑΕΥ προς όφελος των χρεώσεων χρήσης δικτύου για τους καταναλωτές.
Η μεγάλη μετάβαση στους έξυπνους μετρητές
Στο πεδίο των «έξυπνων» μετρητών, όπως υπενθυμίστηκε, το 2018 υπήρχαν μόλις 85.000 συσκευές σε σύνολο περίπου 7,7 εκατομμυρίων καταναλωτών, ποσοστό μόλις 1,1%.
Σήμερα εγκαθίστανται με ρυθμό περίπου 1,3 εκατ. μετρητών ετησίως, με προτεραιότητα στις μεγάλες καταναλώσεις.
Μέχρι τώρα έχουν εγκατασταθεί περίπου 1,6 εκατ. έξυπνοι μετρητές, που καλύπτουν περίπου 60% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στόχος μέχρι το τέλος του έτους είναι να φτάσουν τα 2,4 εκατ., καλύπτοντας περίπου τα δύο τρίτα της κατανάλωσης της χώρας (66%).
Όπως υποστήριξε ο κ. Μάνος, ο διαγωνισμός για τους έξυπνους μετρητές καθυστέρησε σχεδόν τρία χρόνια λόγω ενστάσεων από εταιρείες και επιχειρηματίες, οι οποίες τελικά απορρίφθηκαν, εκτιμώντας ότι η καθυστέρηση κόστισε σχεδόν 1 δισ. ευρώ στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, προκειμένου να μην παγώσει το έργο, εγκαταστάθηκαν ενδιάμεσοι μετρητές την περίοδο 2020-2025, επιτρέποντας τη σταδιακή πρόοδο από ένα αρχικό επίπεδο 85.000 μετρητών σε σχεδόν 1 εκατ. πριν από την υπογραφή του μεγάλου διαγωνισμού.
Έτσι, περίπου 300.000 συσκευές, οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πριν από την ευρωπαϊκή Οδηγία 944/2019, υποστηρίζουν τηλεμέτρηση αλλά όχι 15λεπτη καταγραφή και μπορούν νόμιμα να παραμείνουν σε λειτουργία έως το 2031, καθώς κατά την προμήθειά τους πληρούσαν τις τότε ισχύουσες προδιαγραφές.
Πάνω από το 50% των ΑΠΕ στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ
Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ αυξήθηκε από περίπου 4 GW το 2021 σε 9,1 GW το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται να αγγίξει τα 10 GW.
Μάλιστα, στο δίκτυό του βρίσκεται περισσότερο από το 50% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, ενώ εντυπωσιακή είναι και η πρόοδος στις συνδέσεις νέων έργων.
Μέχρι το τέλος του 2025, ο συνολικός αριθμός συνδέσεων έφθασε τις 99.325, έναντι περίπου 60.000 το 2021.
Από το 2019 έως το 2024 οι συνδέσεις έργων ΑΠΕ αυξήθηκαν κατά περίπου 110%, ενώ έχουν διασυνδεθεί περισσότεροι από 90.000 πολύ μικροί παραγωγοί, με περίπου 17.000 νέες συνδέσεις ετησίως, δηλαδή, κατά μέσο όρο 78 συνδέσεις ανά εργάσιμη ημέρα, έναντι μόλις τριών σε παλαιότερες περιόδους.
Μόνο την τριετία 2023-2025 προστέθηκαν περίπου 25.000 νέοι μικροί παραγωγοί στο δίκτυο.
Σημαντική η επιτάχυνση στις υπογειοποιήσεις αλλά με υψηλό κόστος
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν αμφότεροι, μέχρι το 2019 ο ρυθμός υπογειοποίησης, η οποία να σημειώσουμε πως αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα και πυρκαγιές, ανερχόταν περίπου σε 250 χιλιόμετρα ετησίως, ενώ το 2024 έφτασε περίπου τα 1.800 χιλιόμετρα, με επιπλέον καθαρή προσθήκη περίπου 1.700 χιλιομέτρων το 2025.
Το συνολικό υπόγειο δίκτυο ανέρχεται πλέον περίπου στα 31.000 χιλιόμετρα, με ιδιαίτερη έμφαση στις δασικές περιοχές.
Ωστόσο, όπως τονίστηκε από τον κ. Τσάφο, μια εκτεταμένη υπογειοποίηση της μέσης τάσης και κρίσιμων τμημάτων της χαμηλής τάσης θα απαιτούσε επενδύσεις της τάξης των 35 δισ. ευρώ, ποσό που χαρακτηρίζεται μη οικονομικά βιώσιμο για τα ελληνικά δεδομένα.
Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ επενδύει σημαντικά και στην προληπτική συντήρηση, καθώς μόνο για κλαδέματα βλάστησης κοντά στα δίκτυα δαπανήθηκαν πέρυσι περίπου 60 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12%-13% των ετήσιων λειτουργικών εξόδων.
Μικρότεροι χρόνοι σύνδεσης και ψηφιοποίηση υπηρεσιών
Στο πεδίο της εξυπηρέτησης των πολιτών, ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης μιας νέας σύνδεσης έχει μειωθεί αισθητά, καθώς από τις 145 ημέρες το 2021 περιορίστηκε στις 77 ημέρες το 2025, ενώ εκτιμάται ότι θα φτάσει στις 55 ημέρες το 2026.
Ωστόσο, όπως εξήγησε ο κ. Τσάφος, οι σύνθετες περιπτώσεις που εμπλέκουν αρχαιολογικές ή άλλες αδειοδοτήσεις, που βρίσκονται εκτός του άμεσου ελέγχου του ΔΕΔΔΗΕ, επηρεάζουν δυσανάλογα τον συνολικό μέσο όρο και συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των παραπόνων των πολιτών.
Αξίζει να αναφέρουμε πως ο μέσος χρόνος αναμονής στο τηλεφωνικό κέντρο διαμορφώνεται στα 53 δευτερόλεπτα το 2025.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ψηφιοποίηση του δικτύου, η οποία επιτρέπει την ταχύτερη παρακολούθηση περιστατικών, όπως διακοπές ηλεκτροδότησης λόγω πυρκαγιών, με δυνατότητα άμεσης εκτίμησης των περιοχών και των καταναλωτών που επηρεάζονται.
Μάλιστα, το σύστημα LV Polygon καλύπτει πλέον περίπου 5,7 εκατομμύρια πελάτες, εκ των οποίων 3 εκατομμύρια συνδέονται με δεδομένα SCADA, επιτρέποντας την ακριβέστερη χωρική απεικόνιση του δικτύου και την ταχύτερη ενημέρωση των επηρεαζόμενων καταναλωτών σε περίπτωση διακοπών ηλεκτροδότησης.