Ο ελληνικός τουρισμός διατηρεί τη δυναμική του και το 2025, σύμφωνα με την ανάλυση της Alpha Bank στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, καταγράφοντας αύξηση 11% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις το πρώτο εξάμηνο, κυρίως λόγω της ανόδου της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι.
Αν και οι αφίξεις από την ΕΕ παρουσίασαν πτώση, η άνοδος από τρίτες αγορές όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία ενίσχυσε τα συνολικά μεγέθη.
Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να απολαμβάνει υψηλή φήμη και ικανοποίηση επισκεπτών, με κορυφαίες επιδόσεις σε φιλοξενία, καθαριότητα και εξυπηρέτηση.
Ωστόσο, το Δελτίο υπογραμμίζει ότι ο κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει προκλήσεις, όπως η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και οι ελλείψεις προσωπικού, με το Ταμείο Ανάκαμψης και το «Ελλάδα 2.0» να αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού τα επόμενα χρόνια.
Η ενημέρωση της Alpha Bank με το Δελτίο οικονομικών εξελίξεων
Η Δυναμική του Ελληνικού Τουρισμού, Φήμη και Ικανοποίηση Επισκεπτών: Συγκριτική Ανάλυση
Η τουριστική κίνηση από το εξωτερικό παρέμεινε σε ανοδική τροχιά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις (συμπεριλαμβανομένης της κρουαζιέρας) να έχουν αυξηθεί κατά 11% σε ετήσια βάση και τις αντίστοιχες αφίξεις να είναι οριακά περισσότερες από τις ιστορικά υψηλές επιδόσεις του πρώτου εξαμήνου του 2024 και κατά 24,3% αυξημένες σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2019, το οποίο μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας κρατούσε συνολικά το ρεκόρ αφίξεων για τον ελληνικό τουρισμό. Τα κυριότερα συμπεράσματα από την ανάλυση των στοιχείων για το πρώτο εξάμηνο είναι τα ακόλουθα:
- η αύξηση των διεθνών ταξιδιωτικών αφίξεων αποδίδεται στις καλές επιδόσεις του πρώτου τετραμήνου, ενώ οι αφίξεις το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με πέρυσι (-2,7% και -1,7%, αντίστοιχα). Η εξέλιξη αυτή ενδεχομένως αποτελεί ένδειξη για επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η οποία παραδοσιακά στην Ελλάδα ξεκινάει τον Μάιο. Μία τέτοια αλλαγή στην κατανομή των τουριστικών αφίξεων ωστόσο θα πρέπει να επιβεβαιωθεί μεσοπρόθεσμα.
- η μέση δαπάνη ανά ταξίδι των μη κατοίκων στην Ελλάδα, η οποία κατέγραψε πτώση την τελευταία τριετία, αυξήθηκε σημαντικά το πρώτο εξάμηνο σε ετήσια βάση (+10,1%) και
- η άνοδος της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης συνοδεύτηκε από ήπια αλλαγή του μίγματος, με κριτήριο την προέλευση των ταξιδιωτών, με πτώση των αφίξεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27) και άνοδο από λοιπές χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ αλλά και η Ρωσία.
Οι επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού το πρώτο εξάμηνο του 2025 και οι σημαντικές αγορές
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εισπράξεις (εξαιρουμένης της κρουαζιέρας) ανήλθαν
σε Ευρώ 7,3 δισ., σημειώνοντας αύξηση κατά 11% σε σχέση με το 2024 (Ευρώ 6,6 δισ.). Η άνοδος αυτή αποδίδεται πρωτίστως στην αυξημένη μέση δαπάνη ανά ταξίδι που διαμορφώθηκε σε Ευρώ 622,7, έναντι Ευρώ 565,4 το πρώτο εξάμηνο του 2024 και δευτερευόντως στην άνοδο των τουριστικών αφίξεων, οι οποίες ανήλθαν σε 11,7 εκατ. και ήταν αυξημένες κατά μόλις 67 χιλ., ή 0,6% σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα πέρυσι.
Συνολικά οι αφίξεις από τις χώρες της ΕΕ-27 μειώθηκαν κατά 6,3% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του έτους -με την πτώση αυτή να προέρχεται από χώρες εκτός Ευρωζώνης (-27,5%)- ενώ οι τουριστικές αφίξεις από τις λοιπές χώρες ενισχύθηκαν κατά 10,5%.
Έντονα ανοδικά συνέχισαν να κινούνται και οι εισπράξεις από κρουαζιέρες, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 16,3% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο.
Πιο αναλυτικά, αύξηση κατέγραψαν οι αφίξεις και οι εισπράξεις από τρεις από τις κυριότερες χώρες προέλευσης, ήτοι την Γερμανία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 1/3 των συνολικών αφίξεων και εισπράξεων. Αξιοσημείωτη άνοδος επίσης καταγράφηκε τόσο σε όρους αφίξεων, όσο και εισπράξεων από τις ΗΠΑ (+20% και +29,4%, αντίστοιχα) αλλά και τη Ρωσία (+91,8% και +74%, αντίστοιχα).
Στην περίπτωση της Ρωσίας, η μεταβολή αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι οι ροές εισερχόμενου τουρισμού είχαν περιοριστεί από το 2022 και για την επόμενη διετία, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Αντίθετα, αν και οι εισπράξεις από τη Γαλλία -η οποία επίσης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγορές για τον ελληνικό τουρισμό- αυξήθηκαν κατά 2,1% σε ετήσια βάση, οι αντίστοιχες αφίξεις κατέγραψαν σημαντική πτώση, ύψους σχεδόν 10%, σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024.
Οι ενδείξεις για τις επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού τους υπόλοιπους καλοκαιρινούς μήνες είναι θετικές. Η επιβατική κίνηση στο αεροδρόμιο της Αθήνας αλλά και στα περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας παραμένει σε ανοδική τροχιά.
Αναλυτικά, οι διεθνείς αφίξεις στο αεροδρόμιο της Αθήνας, οι οποίες ξεπέρασαν τα 22 εκατ. το 2024, ανήλθαν τους πρώτους επτά μήνες του 2025 σε 13,5 εκατ., αυξημένες κατά περισσότερο από 1 εκατ. σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2024.
Ομοίως, στα περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας από την αρχή του έτους έως το τέλος Ιουλίου οι διεθνείς επιβάτες ήταν κατά περίπου 3% περισσότεροι από το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
Τον Ιούλιο συγκεκριμένα, η διεθνής επιβατική κίνηση στο αεροδρόμιο της Αθήνας κατέγραψε ετήσια άνοδο ύψους 5,4%, ενώ αντίστοιχα στα περιφερειακά αεροδρόμια 2,9%.
Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ οι κρατήσεις αεροπορικών θέσεων σε διεθνείς πτήσεις προς την Ελλάδα, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν τη θερινή περίοδο, ήταν αυξημένες κατά 5,7% σε ετήσια βάση στο τέλος Ιουνίου.
Αντίστοιχα, σε ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδας στη Μεσόγειο όπως η Ισπανία οι κρατήσεις κατέγραψαν πιο ήπια αύξηση (2,8%), ενώ στην Ιταλία και την Πορτογαλία ήταν μειωμένες σε σύγκριση με το καλοκαίρι του 2024.
Φήμη της Ελλάδας ως τουριστικός προορισμός και Ικανοποίηση Πελατών
Η διαδικτυακή φήμη της Ελλάδας ως ταξιδιωτικού προορισμού εξακολουθεί να καταλαμβάνει μία από τις υψηλότερες θέσεις στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον δείκτη Net Sentiment Index (NSI), ο οποίος αντανακλά τη διαδικτυακή φήμη τουριστικών προορισμών και την αξιολόγηση της τουριστικής εμπειρίας, τη χειμερινή σεζόν η Ελλάδα κατέλαβε την τέταρτη θέση μετά την Κροατία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, ενώ στην τελευταία θέση μεταξύ των εν λόγω χωρών κατατάσσεται η Ισπανία.
Ο μεγαλύτερος όγκος θετικών διαδικτυακών συζητήσεων για την Ελλάδα αφορά σε θέματα πολιτισμού, φιλοξενίας και γαστρονομίας, ενώ και η βιωσιμότητα παρουσίασε ανοδική τάση. Επιπρόσθετα, το επίπεδο ικανοποίησης των επισκεπτών παρέμεινε υψηλότερο (9,2) σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (8,9).
Σε ό,τι αφορά στις σημαντικές αγορές για τη χώρα, οι επισκέπτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έδωσαν τις υψηλότερες συνολικές βαθμολογίες, ακολουθούμενοι από ταξιδιώτες από χώρες της Ευρωζώνης όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η Ελλάδα διατήρησε σταθερά την πρώτη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου 2024-2025 στον Γενικό Δείκτη Ικανοποίησης (GRI) των ξενοδοχείων με ποσοστό 87%, υπερβαίνοντας τα αντίστοιχα ποσοστά των ανταγωνιστών, αλλά και την περυσινή επίδοση της χώρας μας, αν και οριακά.
Τη δεύτερη θέση μοιράστηκαν η Κύπρος και η Ιταλία με 86%, ακολούθησαν η Ισπανία (85%) και η Τουρκία (84%), ενώ στην τελευταία θέση μεταξύ των έξι χωρών βρέθηκε η Γαλλία (81%).
Από τους επιμέρους δείκτες, οι υψηλότερες επιδόσεις της Ελλάδας καταγράφηκαν στις κατηγορίες καθαριότητα, εξυπηρέτηση και τοποθεσία, ενώ οι χαμηλότερες σε ό,τι αφορά στη σχέση ποιότητας-τιμής, τη συντήρηση εγκαταστάσεων και την ποιότητα φαγητού και ποτών.
Προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος
Βασικές προκλήσεις για τον ελληνικό τουρισμό στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα είναι, μεταξύ άλλων, η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η ενίσχυση της βιωσιμότητας του κλάδου. Ως εκ τούτου είναι κρίσιμη η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το Σχέδιο «Ελλάδα 2.0» επίσης προβλέπει την υλοποίηση έργων υποδομών τα οποία αναμένεται να αναβαθμίσουν περαιτέρω το τουριστικό προϊόν της χώρας, να αναδείξουν νέους προορισμούς αλλά και να συμβάλλουν στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Ήδη, σύμφωνα με δύο πρόσφατες έρευνες του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ), τα ελληνικά ξενοδοχεία κινούνται σταδιακά προς ένα πιο βιώσιμο μοντέλο λειτουργίας και ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες. Ενδεικτικά, εκτιμάται ότι από το Ευρώ 1 δισ. επενδύσεων που υλοποίησαν τα ελληνικά ξενοδοχεία το 2024, περίπου το 20% κατευθύνθηκε σε δράσεις βιωσιμότητας.
Οι επενδύσεις προέρχονται πρωτίστως από τα μεγάλα και υψηλής κατηγορίας ξενοδοχεία, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενημέρωσης αλλά και παροχής κινήτρων προς τις μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου, ώστε να υλοποιήσουν αντίστοιχα έργα. Παράλληλα το 34% των ξενοδοχείων δηλώνει ότι χρησιμοποιεί ήδη κάποια εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) ενώ άλλο ένα σχεδόν 10% σκοπεύει να το κάνει.
Μία σημαντική πρόκληση που επίσης χρήζει αντιμετώπισης προκειμένου να μην αλλοιωθεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του ελληνικού τουρισμού, είναι οι ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού που καταγράφονται στα ελληνικά ξενοδοχεία.
Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΤΕΠ, την τελευταία τετραετία οι ελλείψεις στον ξενοδοχειακό κλάδο αντιστοιχούν σε περίπου 20% των θέσεων εργασίας που προβλέπονται από το οργανόγραμμα των ξενοδοχείων (2024: 53.817 ελλείψεις προσωπικού).