Οι συνομιλίες Ρωσίας – Ουκρανίας στη Γενεύη, που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα των ΗΠΑ με στόχο την εξεύρεση λύσης μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου, χαρακτηρίστηκαν από ιδιαίτερη ένταση αλλά θα συνεχιστούν και αύριο, σύμφωνα με πηγή προσκείμενη στη ρωσική αντιπροσωπεία.
Όπως ανέφερε η ίδια πηγή, οι διαπραγματεύσεις «ήταν πολύ τεταμένες. Κράτησαν έξι ώρες. Τώρα τελείωσαν. Συμφωνήθηκε να συνεχιστούν αύριο» Τετάρτη, χωρίς να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες.
Οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών στο ξενοδοχείο InterContinental της Γενεύης, με τη συμμετοχή «συμβούλων» από τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες: τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Σύμφωνα με ιταλική κυβερνητική πηγή, είχε προβλεφθεί να υπάρξουν «συνομιλίες μεταξύ των συμβούλων (…) και των αντιπροσωπειών της Ουκρανίας και των ΗΠΑ, στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων».
Μέχρι στιγμής, δεν έχουν δοθεί διευκρινίσεις για τη μορφή ή το περιεχόμενο αυτών των επαφών.
Η ατζέντα και τα ανοιχτά ζητήματα
Ο πρώην υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας, Ρουστέμ Ουμέροφ, δήλωσε ότι στην ατζέντα των συνομιλιών βρίσκονται «θέματα ασφαλείας και ανθρωπιστικά», προσθέτοντας ότι δεν έχει «υπερβολικές προσδοκίες» από τη διαδικασία.
Οι διαπραγματεύσεις βασίζονται σε αμερικανικό σχέδιο που προβλέπει την παραχώρηση εδαφών εκ μέρους της Ουκρανίας, με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση. Κρίσιμο σημείο αποτελεί η τύχη του Ντονμπάς, καθώς η Μόσχα απαιτεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις περιοχές που ελέγχουν στην περιφέρεια του Ντονέτσκ, αίτημα που το Κίεβο απορρίπτει.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Ριαμπκόφ, προειδοποίησε ότι τα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά είναι «τεράστια» και ότι «κανείς δεν τολμά να προβλέψει» το αποτέλεσμα των συζητήσεων.
Κλιμάκωση πριν τη συνάντηση
Λίγες ώρες πριν από την έναρξη των συνομιλιών στη Γενεύη, η Ρωσία εξαπέλυσε νέο κύμα επιθέσεων εναντίον της Ουκρανίας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας εκτοξεύθηκαν 396 δρόνους και 29 πυραύλοι, εκ των οποίων 367 δρόνους και 25 πυραύλους αναχαίτισε ο ουκρανικός στρατός.
Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κατήγγειλε ότι πρόκειται για «συνδυαστικό πλήγμα, σκόπιμα υπολογισμένο ώστε να προκαλέσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ζημιές στον ενεργειακό τομέα μας», τονίζοντας πως η Ρωσία «περιφρονεί τις ειρηνευτικές προσπάθειες».