Ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών κάλεσε χθες την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις χωρίς καθυστέρηση για νέα συμφωνία πυρηνικού αφοπλισμού. Η έκκληση αυτή έγινε μετά τη λήξη της τελευταίας ισχύουσας συμφωνίας στις 02:00 ώρα Ελλάδας, γεγονός που ο Αντόνιο Γκουτέρες χαρακτήρισε ως «πολύ σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια».
Ο Γκουτέρες υπογράμμισε ότι ο τερματισμός «κεκτημένων δεκαετιών» έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, τονίζοντας πως ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικών όπλων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Παρότρυνε τις ΗΠΑ και τη Ρωσία να επιστρέψουν άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη νέου πλαισίου συμφωνίας.
Από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, Ουάσιγκτον και Μόσχα είχαν υπογράψει συμφωνίες για τον έλεγχο των πυρηνικών οπλοστασίων τους, με τις δύο χώρες να διαθέτουν σήμερα το 80% των πυρηνικών κεφαλών παγκοσμίως.
Η τελευταία συμφωνία, η Νέα START, που υπεγράφη το 2010, περιόριζε τον αριθμό εκτοξευτήρων και στρατηγικών βομβαρδιστικών κάθε πλευράς στους 800, καθώς και τις έτοιμες προς χρήση πυρηνικές κεφαλές («ανεπτυγμένες») στις 1.550. Προέβλεπε επίσης ανταλλαγή δεδομένων και μηχανισμούς επαλήθευσης.
Με τη λήξη της Νέας START, η παγκόσμια πυρηνική τάξη γίνεται σημαντικά λιγότερο ελεγχόμενη. Οι επιθεωρήσεις που προέβλεπε η συμφωνία είχαν ήδη ανασταλεί από το 2023 λόγω του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο οποίος ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022.
Ο επικεφαλής του ΟΗΕ επισήμανε ότι «για πρώτη φορά έπειτα από μισό αιώνα και πλέον, είμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο χωρίς κανέναν δεσμευτικό περιορισμό στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής».
Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ αποχώρησαν το 2019 από τη σημαντική συμφωνία για τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς (INF), η οποία είχε υπογραφεί το 1987 με τη Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ).