Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας εξέφρασε την ετοιμότητά της για μια «νέα ατζέντα» με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση, έπειτα από «ειλικρινή» συνάντηση μεταξύ διπλωματών των δύο πλευρών. Το γεγονός αυτό σημειώνεται ενώ η χώρα της Λατινικής Αμερικής συνεχίζει να αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες εξαπέλυσαν στρατιωτική επιχείρηση στις αρχές Ιανουαρίου.
Η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροδρίγκες, ανέλαβε τα καθήκοντά της στις 5 Ιανουαρίου, μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο. Έκτοτε έχει υπογράψει συμφωνίες στον τομέα του πετρελαίου με τις ΗΠΑ και έχει συμφωνήσει στην απελευθέρωση μεγάλου αριθμού κρατουμένων που η αντιπολίτευση χαρακτηρίζει ως πολιτικούς κρατούμενους.
Η νέα ηγεσία της Βενεζουέλας επιδιώκει πλέον το «άνοιγμα διαύλων διαλόγου» με την Ευρώπη. Η ΕΕ δεν αναγνώρισε την επανεκλογή του Νικολάς Μαδούρο το 2024, επέβαλε κυρώσεις στη χώρα και στήριξε την αντιπολιτευόμενη Μαρία Κορίνα Ματσάδο.
Ο Νικολάς Μαδούρο, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, είχε διατάξει να περιοριστούν οι διπλωματικές αποστολές της Γαλλίας, της Ολλανδίας και της Ιταλίας στο Καράκας σε μόλις τρεις διπλωμάτες από το 2025.
Ο υπουργός Εξωτερικών Ιβάν Χιλ, σε δηλώσεις του στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες, τόνισε ότι «είμαστε διατεθειμένοι να προχωρήσουμε σε νέα ατζέντα, ατζέντα εντατικής δουλειάς για την ευημερία των δυο λαών μας, όλων των λαών της Ευρώπης και αυτού της Βενεζουέλας».
Στη συνάντηση στο Καράκας συμμετείχαν διπλωμάτες της ΕΕ και της Βρετανίας, η Ντέλσι Ροδρίγκες, ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Χόρχε Ροδρίγκες, ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσντάντο Καμπέγιο και ο υπουργός Εξωτερικών Ιβάν Χιλ.
Ο κ. Χιλ πρόσθεσε πως «συμφωνήσαμε πως είναι ανάγκη να προχωρήσουμε προς μια φάση παραγωγικών σχέσεων, να ανοίξουμε διαύλους διαλόγου, σε ολοένα μεγαλύτερο βάθος κι ολοένα πιο εντατικού».
Σημειώνεται ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε τρεις ημέρες μετά την έναρξη διαδικασίας αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα σε Καράκας και Ουάσιγκτον, που είχαν διακοπεί το 2019. Πρόκειται για σημαντική διπλωματική στροφή, έπειτα από χρόνια κατά τα οποία η Βενεζουέλα κατήγγειλε τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό «ιμπεριαλισμό».