Πρόστιμα σε Έλληνες φορολογούμενους, οι οποίοι «ξέχασαν» να δηλώσουν ολόκληρα τα ποσά ή μέρος των τόκων που εισέπραξαν από καταθέσεις που τηρούν εξωτερικό κοινοποιεί το τελευταίο διάστημα η ΑΑΔΕ, κατόπιν των ελέγχων που διενήργησε.
Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, τους Έλληνες καταθέτες εξωτερικού, «κάρφωσαν» η φορολογική Αρχή της Ελβετίας η οποία φαίνεται πως είναι online με την ΑΑΔΕ, καθώς και οι αντίστοιχες αρχές του Λουξεμβούργου, των ΗΠΑ και άλλων χωρών.
Ο εντοπισμός των καταθετών, συμπίπτει χρονικά με την περίοδο υποβολής των φορολογικών δηλώσεων του έτους 2026, που σημαίνει πως οι υπόχρεοι οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τη συμπλήρωση των σχετικών κωδικών, αφού η ΑΑΔΕ έχει τη δυνατότητα να βρει τα πραγματικά εισοδήματα από τόκους.
Οι τόκοι που προέρχονται από καταθέσεις εξωτερικού αναγράφονται στους κωδικούς 667-668 του πίνακα 6 του εντύπου Ε1 της φορολογικής δήλωσης και ο φόρος που έχει καταβληθεί στην αλλοδαπή για τους τόκους αυτούς, δηλώνεται στους κωδικούς 677-678 του ίδιου πίνακα.
Οι τόκοι εξωτερικού φορολογούνται στην Ελλάδα με 15%, όπως ισχύει και για τους τόκους που εισπράττονται από τις εγχώριες τράπεζες, αλλά αν έχει παρακρατηθεί φόρος στη χώρα του εξωτερικού, τότε εξετάζεται αν υπάρχει Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ) με την Ελλάδα, οπότε εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στη σύμβαση.
Σε περίπτωση που έχει παρακρατηθεί φόρος επί ων τόκων στη χώρα που βρίσκονται οι καταθέσεις, τότε αν είναι χαμηλότερος του 15% που ισχύει στην Ελλάδα, επιβάλλεται η διαφορά μεταξύ του συντελεστή της χώρας προέλευσης και του ελληνικού, ενώ εάν είναι υψηλότερος ο συντελεστής φόρους στο εξωτερικό, δεν επιστρέφεται η διαφορά.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της ΑΑΔΕ, οι συνηθέστερες παραβάσεις είναι η μη αναγραφή στη φορολογική δήλωση των τόκων εξωτερικού είτε στο σύνολο είτε ένα μέρος τους, ρισκάροντας ότι δεν θα τους εντοπίσει η εφορία.
Τονίζεται πως, η τήρηση τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων στο εξωτερικό, από πρόσωπα που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, φυσικά και δεν είναι παράνομη, αρκεί τα ποσά να προέρχονται από δηλωθέντα στην εφορία εισοδήματα και να δηλώνονται οι τόκοι που εισπράττονται.
Η Ελβετία χαλάρωσε το απόρρητο
Ωστόσο, πλέον, ακόμα και χώρες, όπως η Ελβετία που επί δεκαετίες εθεωρείτο απόρθητο φρούριο μυστικότητας, έχει αλλάξει στάση και συνεργάζεται με τις φορολογικές Αρχές, χωρών της ΕΕ κοινοποιώντας στοιχεία είτε πρόκειται για μικρές ή μεγάλες καταθέσεις, οπότε ο κίνδυνος εντοπισμού τους είναι ορατός.
Ένα μέρος των καταθετών εξωτερικού ρισκάρουν επειδή τα ποσά των καταθέσεων είναι υψηλά και αναλόγως υψηλοί είναι και οι τόκοι που εισπράττουν, οπότε, με τη φορολόγηση με 15%, ο «λογαριασμός» που καλούνται να πληρώσουν είναι υψηλός.
Σε μία περίπτωση, που αφορά Έλληνα καταθέτη σε ελβετική τράπεζα, η ΑΑΔΕ διαπίστωσε πως δεν δήλωσε ποσό από τόκους καταθέσεων, ύψους 128.899,07 ευρώ και του καταλόγισε φόρο και πρόστιμα ύψους 29.664,82 ευρώ.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση της ΔΕΔ, το ποσό των αδήλωτων τόκων εντοπίστηκε «με βάση στοιχεία που απεστάλησαν στο πλαίσιο αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών από την φορολογική διοίκηση της Ελβετίας».
Σε άλλη περίπτωση, από τη συνεργασία της ΑΑΔΕ, με τη φορολογική Αρχή της Ελβετίας εντοπίστηκαν φορολογούμενοι με απόκρυψη τόκων καταθέσεων ύψους 10.136,49, 6.038,88 και 4.054,05 ευρώ.
Με τη συνεργασία της ΑΑΔΕ με την αμερικανική φορολογική διοίκηση εντοπίστηκε φορολογούμενος να έχει εισπράξει τόκους ύψους 7.021 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ στοιχεία για Έλληνες καταθέτες απέστειλαν και οι Αρχές του Λουξεμβούργου και της Γαλλίας.
Υπενθυμίζεται, πως από το 2017 η Ελλάδα από το 2017 συμμετέχει στην ανταλλαγή πληροφοριών με περισσότερες από 100 χώρες, στο πλαίσιο της προσπάθειας καταπολέμησης της φοροδιαφυγής σε διεθνές επίπεδο.
Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, κάθε χρόνο λαμβάνει στοιχεία για τις καταθέσεις και άλλες χρηματοοικονομικές επενδύσεις που έχουν φορολογούμενοι με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, σε χώρες του εξωτερικού, όπως επίσης και για μισθούς, συντάξεις, μερίσματα.
Αντίστοιχα η ΑΑΔΕ κοινοποιεί στοιχεία για τα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία, φορολογικών κατοίκων άλλων χωρών.