Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για τη δημιουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου Αρχανών, με στόχο την ολοκλήρωσή τους έως το τέλος του 2026.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, το έργο εντάσσεται στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης Πολιτισμικής Ανάπτυξης μεταξύ του υπουργείου, της Περιφέρειας Κρήτης και του Δήμου Αρχανών-Αστερουσίων, με επιστημονική υποστήριξη από το Πολυτεχνείο Κρήτης.
Ο προϋπολογισμός ανέρχεται σε 730.000 ευρώ, χρηματοδοτούμενος από πόρους του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης του υπουργείου και της Περιφέρειας Κρήτης.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Με την αξιοποίηση ενός εμβληματικού βιομηχανικού κελύφους, σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης, τον Δήμο Αρχανών-Αστερουσίων και με την επιστημονική ευθύνη του Πολυτεχνείου Κρήτης, μετατρέπουμε το κτήριο του π. Αγροτικού Συνεταιρισμού σε έναν σύγχρονο πολιτιστικό πόλο».
Όπως ανέφερε, η δημιουργία του Μουσείου αποτελεί καινοτόμο έργο για την ανάδειξη του αρχαιολογικού πλούτου της περιοχής και θα συμβάλει στην έρευνα, την εκπαίδευση, τον πολιτιστικό τουρισμό και την οικονομική ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας.
Το νέο Μουσείο θα στεγαστεί στο κτήριο του παλαιού εμφιαλωτηρίου οίνου του πρώην Αγροτικού Συνεταιρισμού Αρχανών (ΣΥΝΠΕ), το οποίο παραχωρήθηκε στο ΥΠΠΟ. Το ακίνητο, συνολικής έκτασης 20.900 τ.μ., βρίσκεται στις Άνω Αρχάνες, εντός παραδοσιακού οικισμού.
Βάσει του εγκεκριμένου προγράμματος, το Μουσείο θα καλύπτει 6.330 τ.μ., με μόνιμη έκθεση 900 τ.μ., αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, χώρους εκπαίδευσης, συνεδρίων και εργαστηρίων, καθώς και αποθήκες και υποδομές για το κοινό. Το έργο προβλέπει σύγχρονες προδιαγραφές προσβασιμότητας και ενεργειακής αποδοτικότητας.
Η μόνιμη έκθεση θα παρουσιάζει την ιστορική εξέλιξη των Αρχανών από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα. Προβλέπεται η έκθεση περίπου 1.000 αντικειμένων, από πίθους και λάρνακες έως κοσμήματα και σφραγίσματα.
Οι θεματικές ενότητες θα αναδεικνύουν τη σημασία των υδάτινων πόρων, την αρχαία Αρχάνα ως διοικητικό και οικιστικό κέντρο, τη νεκρόπολη και τον ιερό Γιούχτα, καθώς και την αγροτική παραγωγή με έμφαση στο κρασί και το ελαιόλαδο.
Η αρχιτεκτονική πρόταση διατηρεί τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής ταυτότητας του κτηρίου, ενσωματώνοντάς τα στη μουσειακή λειτουργία.
Προβλέπονται επεμβάσεις για τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της ενεργειακής απόδοσης, καθώς και τη δημιουργία μεταλλικών ραμπών για την κίνηση των επισκεπτών.
Οι δεξαμενές του παλαιού εμφιαλωτηρίου θα επαναχρησιμοποιηθούν ως στοιχεία βιομηχανικής κληρονομιάς, ενώ η στέγη θα ανακατασκευαστεί για καλύτερη σύνδεση με το τοπίο και οι όψεις θα ανασχεδιαστούν με σύγχρονα υλικά, διατηρώντας τον αυθεντικό χαρακτήρα του κτηρίου.