Με αντιπροσωπεία του Κογκρέσου των ΗΠΑ, υπό τον γερουσιαστή Jerry Moran, συναντήθηκε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, με αντικείμενο τη διεύρυνση της συνεργασίας Ελλάδας – Ηνωμένων Πολιτειών στον ενεργειακό τομέα.
Από την αμερικανική πλευρά συμμετείχαν οι γερουσιαστές Kirsten Gillibrand, John Barrasso –επικεφαλής της πλειοψηφίας και δεύτερος σε κατάταξη Ρεπουμπλικανός στη Γερουσία–, John Boozman, Deb Fischer, Gary Peters, καθώς και η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Kimberly Guilfoyle.
Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, στη συνάντηση επιβεβαιώθηκε το εξαιρετικό επίπεδο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και συζητήθηκαν προοπτικές συνεργασίας σε κρίσιμους τομείς, με έμφαση στην ενέργεια και τις επενδύσεις.
Ο κ. Παπασταύρου παρουσίασε τις 3+1 ενεργειακές συμφωνίες που έχουν συναφθεί τους τελευταίους μήνες μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Πρόκειται για τη συνεργασία της κοινοπραξίας Chevron – HELLENiQ ENERGY, τη συμφωνία της ExxοnMobil με HELLENiQ ENERGY και ENERGEAN, καθώς και τη συμφωνία προμήθειας υγροποιημένου φυσικού αερίου μεταξύ της Atlantic See –που ιδρύθηκε από τον όμιλο AKTOR (60%) και τη ΔΕΠΑ Εμπορίας (40%)– και της αμερικανικής εταιρείας Venture Global Inc.
Οι Αμερικανοί γερουσιαστές έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναβίωση του σχήματος 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και ΗΠΑ).
Ο υπουργός τόνισε ότι η πρόσφατη Κοινή Δήλωση για την Υπουργική Σύνοδο Ενέργειας 3+1, που θα πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2025, αποτελεί δέσμευση για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και της συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι ο ρόλος της Ελλάδας στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης είναι πολυδιάστατος: λειτουργεί ως ευρωπαϊκή πύλη LNG, ραχοκοκαλιά Νότου – Βορρά μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, κόμβος διαφοροποίησης ενέργειας που συνδυάζει LNG, ανανεώσιμες πηγές και διασυνδέσεις, αλλά και ως περιφερειακό κέντρο αναδιανομής φυσικού αερίου.
Τέλος, σημείωσε ότι για τις Ηνωμένες Πολιτείες η συνεργασία αυτή έχει στρατηγική σημασία, καθώς επεκτείνει την πρόσβαση στην αγορά LNG των ΗΠΑ, μειώνει την ενεργειακή μόχλευση της Ρωσίας και ενισχύει τις διατλαντικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Παράλληλα, υποστηρίζει την ανθεκτικότητα της Ουκρανίας και της περιοχής, συνδέοντας τον αξιόπιστο ενεργειακό εφοδιασμό με την τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και ενισχύοντας τη συνολική ενεργειακή ασφάλεια και σταθερότητα.