Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας ετοιμάζεται να ανακοινώσει, μέσα στην επόμενη εβδομάδα, τις προτάσεις της για την ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων. Στόχος της πρωτοβουλίας αυτής είναι η διαμόρφωση ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και στη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η Κ.Ε.Δ.Ε., παραμένοντας σταθερή στις “κόκκινες γραμμές” που έχει θέσει, τονίζει πως δεν αποδέχεται παρεμβάσεις ή υποδείξεις από δίκτυα τα οποία, όπως υποστηρίζει, δεν εκπροσωπούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Φορέων Διαχείρισης Απορριμμάτων της χώρας.
Το θέμα της διαχείρισης απορριμμάτων απασχολεί διαχρονικά την Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού, παραμένοντας μια από τις βασικές προκλήσεις στον δρόμο προς την ευρωπαϊκή εναρμόνιση. Κατά το πρόσφατο παρελθόν, η σημερινή διοίκηση της Κ.Ε.Δ.Ε. πρωτοστάτησε στην προσφυγή εναντίον του τέλους ταφής, μαζί με 164 Δήμους, διεκδικώντας την ακύρωση ενός επιβαρυντικού μέτρου για τα δημοτικά οικονομικά.
Πέρα από την αντίδραση, η Κ.Ε.Δ.Ε. έχει καταθέσει συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις, όπως η επιστροφή του τέλους ταφής στους Δήμους για επενδύσεις σε εξοπλισμό και εκσυγχρονισμό των υποδομών, με στόχο την ενίσχυση της ανακύκλωσης και της διαλογής στην πηγή. Οι προτάσεις αυτές έχουν ήδη τεθεί υπόψη του Πρωθυπουργού και των συναρμόδιων υπουργών.
Παράλληλα, διαχρονικά οι διοικήσεις της Κ.Ε.Δ.Ε. επισημαίνουν τις ευθύνες της κεντρικής διοίκησης, κυρίως λόγω των ελλείψεων σε σύγχρονες “πράσινες” υποδομές που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε χαμηλές επιδόσεις ανακύκλωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως και στην απώλεια κοινοτικών πόρων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με την Κ.Ε.Δ.Ε., η πρόσφατη παρουσίαση της “Μελέτης Σκοπιμότητας για τη Δημιουργία Μονάδων Ενεργειακής Αξιοποίησης Αστικών Στερεών Αποβλήτων (ΑΣΑ)” από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας οδήγησε σε αιτήματα για παράταση της διαβούλευσης, τα οποία έγιναν αποδεκτά, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για ουσιαστικό και εις βάθος δημόσιο διάλογο σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα με μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη χώρα.
Με σοβαρότητα, η Κ.Ε.Δ.Ε. εστιάζει στη κατάθεση τεκμηριωμένων θέσεων, αξιοποιώντας τόσο τη γνώση όσο και την εμπειρία των στελεχών της αυτοδιοίκησης. Αυτές οι θέσεις θα τεθούν προς συζήτηση στο επικείμενο συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, όπου θα ληφθούν και οι σχετικές αποφάσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, επαναλαμβάνει έξι βασικές “κόκκινες γραμμές”:
- Η συνέχιση του απαρχαιωμένου μοντέλου ταφής απορριμμάτων χωρίς επεξεργασία είναι πλέον μη αποδεκτή, καθώς βλάπτει τη διεθνή εικόνα και το περιβάλλον της χώρας.
- Το νέο μοντέλο ενεργειακής αξιοποίησης πρέπει να σχεδιαστεί ώστε να μην επιβαρύνει δυσανάλογα τα δημοτικά τέλη για Δήμους, πολίτες και επιχειρήσεις. Το κόστος του τέλους ταφής θεωρείται ήδη υπερβολικό.
- Η προώθηση της ενεργειακής αξιοποίησης δεν θα πρέπει να υπονομεύσει άλλες σημαντικότερες προτεραιότητες, όπως η ανακύκλωση, η ανάκτηση, η κομποστοποίηση, η μείωση απορριμμάτων, και η διαλογή στην πηγή.
- Κριτική υπάρχει στην αντίληψη ότι τα απορρίμματα μπορούν εύκολα να γίνουν καύσιμη ύλη για την παραγωγή ρεύματος “παρακάμπτοντας όλες τις άλλες επιλογές”, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Ένωση.
- Στην περίπτωση ίδρυσης μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης, αυτές πρέπει να λειτουργούν με τις πιο σύγχρονες, φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες, τηρώντας τα αυστηρά όρια εκπομπών της Ε.Ε. και διασφαλίζοντας ελάχιστα υπολείμματα προς τελική διάθεση.
- Προϋπόθεση είναι η θετική αποδοχή από τις τοπικές κοινωνίες ως προς τη χωροθέτηση και διασφάλιση δίκαιων ανταποδοτικών οφελών, αποφεύγοντας αδιέξοδες συγκρούσεις του παρελθόντος.
Η Κ.Ε.Δ.Ε. δηλώνει έτοιμη να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στον δημόσιο διάλογο, με υπεύθυνες και τεκμηριωμένες προσεγγίσεις που υπηρετούν τα συμφέροντα των Δήμων και των πολιτών.
Η στάση της είναι ξεκάθαρη ως προς τις επιθέσεις και τις υποδείξεις που δέχεται, χαρακτηρίζοντας τα αυτοαποκαλούμενα “Δίκτυα Φο.Α.” ως σχήματα περιορισμένης νομιμοποίησης, που δεν εκφράζουν το σύνολο των φορέων διαχείρισης απορριμμάτων των μεγαλύτερων περιφερειών της χώρας.
Όπως επισημαίνεται, “Δίκτυα Ι.Χ., χωρίς κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση, δεν δικαιούνται να επηρεάζουν τον δημόσιο διάλογο, καθώς απειλούν το κύρος του αυτοδιοικητικού θεσμού και, κυρίως, τα συμφέροντα των τοπικών κοινωνιών”.