Στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους Ελλάδα και Κύπρος για το «ξεπάγωμα» του Great Sea Interconnector (GSI), καθώς μία ενδεχόμενη χρηματοδότηση από εκείνη θα άνοιγε το δρόμο όχι μόνο για ευνοϊκότερο δανεισμό, αλλά και για την προσέλκυση νέων, ισχυρών επενδυτών.
Με κοινή επιστολή που απέστειλαν χθες στην ΕΤΕπ ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου και ο Κύπριος ομόλογός του, Μιχαήλ Δαμιανός, ζητούν χρηματοδότηση του GSI.
Παράλληλα με την χρηματοδότηση, οι δύο πλευρές ζητούν από την Τράπεζα την αξιολόγησή της για τη βιωσιμότητα του έργου, δηλαδή την επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών μελετών, που παραμένει, μεταξύ άλλων, εδώ και μήνες σε εκκρεμότητα.
Μάλιστα, σύμφωνα με πηγές κοντά στην ΕΤΕΠ, η ίδια διαθέτει και αν χρειαστεί θα παρέχει τεχνική βοήθεια για την υλοποίηση του έργου.
Από το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής θα κριθεί αν η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα δώσει το πράσινο φως για την πολυπόθητη χρηματοδότηση του έργου, θέτοντάς το σε τροχιά υλοποίησης.
«Είναι σημαντικό βήμα και τυχόν άρνηση θα προκαλούσε πολύ σημαντικές χρηματοοικονομικές αναταράξεις», σχολιάζουν στο Business Daily πηγές με γνώση του θέματος.
«Πρέπει να την πείσουν τεχνοοικονομικά και πολιτικά ότι το πρότζεκτ είναι αναγκαίο και μπορεί να χρηματοδοτηθεί», αναφέρουν οι ίδιες πηγές.
Το ποσό της χρηματοδότησης και το αίτημα που απορρίφθηκε στο παρελθόν
Πάντως, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η χρηματοδότηση που ζητούν πλέον Ελλάδα και Κύπρος για τον GSI είναι σχεδόν 1 δισ. ευρώ, χωρίς, ωστόσο, το εν λόγω νούμερο να έχει επιβεβαιωθεί από επίσημα χείλη.
To έργο αναμένεται να κοστίσει συνολικά περί τα 2 δισ. ευρώ, και η γρήγορη υλοποίησή του είναι προϋπόθεση για να εκταμιευθούν τα 657 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility (CEF).
Να θυμίσουμε πως η ΕΤΕπ είχε απορρίψει παλιότερα αίτημα ύψους 600 εκατ. ευρώ του που είχε υποβάλει ο EuroAsia Interconnector, ο προηγούμενος φορέας υλοποίησης.
Μάλιστα, μετά την αδυναμία εξασφάλισης χρηματοδότησης, ο φορέας υλοποίησης άλλαξε, και το έργο ανέλαβε ο ΑΔΜΗΕ.
Τι σημαίνει μία πιθανή χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ
Οι δύο υπουργοί διαβεβαιώνουν ότι και τα δύο κράτη μέλη έχουν συμπεριλάβει το GSI στα Εθνικά τους Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα, υπογραμμίζοντας ότι τον Σεπτέμβριο του 2024 Αθήνα και Λευκωσία υπέγραψαν Μνημόνιο Κατανόησης σχετικά με την περαιτέρω πορεία του έργου.
Σύμφωνα με όσα υπογραμμίζουν αμφότεροι οι υπουργοί στην επιστολή τους, η εμπλοκή της ΕΤΕπ στην παρούσα φάση είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς θα μπορούσε να παράσχει ιδιαίτερα χρήσιμες εκτιμήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της διασύνδεσης στη δυναμική της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στην εν γένει λειτουργία του συστήματος.
Στην κοινή επιστολή τονίζεται επίσης ότι, καθοριστικής σημασίας είναι να διασφαλιστεί η συνέπεια με τα πλέον πρόσφατα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα, το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Δικτύου του ENTSO-E, καθώς και τους στόχους της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πάντως, μία πιθανή συμμετοχή της ΕΤΕπ είναι κρίσιμη, καθώς το δάνειο της θα συμπαρασύρει το κόστος του συνολικού δανεισμού σε χαμηλότερα επίπεδα, κάνοντας το έργο βιώσιμο για ιδιώτες επενδυτές.
Παράλληλα, η συμμετοχή της ενισχύει την εμπιστοσύνη συνολικά στο έργο, γιατί η έγκριση δανείου από αυτήν προϋποθέτει εξαντλητικό τεχνο-οικονομικό έλεγχο.
Αντίθετα, η μη συμμετοχή της κάνει το έργο πιο ακριβό και μη βιώσιμο από οικονομικής άποψης, και καταδεικνύει στα μεγάλα επενδυτικά ταμεία ότι το έργο έχει ρίσκο που είναι δύσκολα διαχειρίσιμο, είναι, δηλαδή, σαν να τους διώχνει.
Πέρα, όμως, από τους επενδυτές, η συμμετοχή της είναι καθοριστική και για τις τράπεζες, ελληνικές ή ξένες.
Χωρίς την ΕτΕΠ το επιτόκιο για τα δάνεια που θα δώσουν (αν δώσουν) θα είναι μάλλον υψηλότερο, αντιλαμβανόμενες ότι το έργο ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο.
Θυμίζουμε πως περί τα μέσα Οκτωβρίου, η Πρόεδρος της ΕΤΕπ, Νάντια Καλβίνιο, σε συνέντευξή της στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων σημείωσε ότι η Τράπεζα είναι διατεθειμένη να παρέχει στήριξη σε στρατηγικά έργα που υποστηρίζονται από την Ελλάδα και την Κύπρο εφόσον οι δύο χώρες συμφωνήσουν και εφόσον εγκριθούν από την Κομισιόν τα Εθνικά Σχέδια για το Κλίμα των δύο χωρών, που το περιλαμβάνουν.
Γιατί είναι σημαντική και η επικαιροποίηση των μελετών
Θυμίζουμε πως η ανάγκη επικαιροποίησης των οικονομοτεχνικών δεδομένων της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου εισήλθε στην εξίσωση περί τα τέλη Νοεμβρίου ως κοινή επιδίωξη τόσο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη όσο και του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη, με στόχο όπως είχαν τονίσει αμφότεροι την προσέλκυση ισχυρών επενδυτών για τη διασφάλιση της υλοποίησης του έργου.
Μάλιστα, οι δύο πλευρές είχαν προαναγγείλει πως θα ανέθεταν την επικαιροποίηση των μελετών απευθείας σε κάποιον διεθνή οίκο.
Αξίζει να σημειώσουμε πως η επικαιροποίηση των μελετών θεωρείται κρίσιμη, καθώς θα μπορούσε να βελτιώσει την απόδοση ενός έργου που σήμερα, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, θεωρείται οριακά βιώσιμο για τους επενδυτές.
Παράλληλα, η νέα μελέτη αναμένεται να επανακαθορίσει το ρυθμιστικό και χρηματοοικονομικό πλαίσιο, καθιστώντας το έργο πιο ελκυστικό μέσω της αναθεώρησης βασικών παραμέτρων, όπως το κόστος και η απόδοση (ARR, WACC).
Σημειώνεται ότι με την παραπάνω διαδικασία δεν θα αλλάξει ο επιμερισμός του κόστους μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, ωστόσο το συνολικό budget θα επανεκτιμηθεί και ενδέχεται να διαφοροποιηθεί.
Οι εκκρεμότητες που παραμένουν
Σύμφωνα με την οικονομική έκθεση της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών για το 2025, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν οι εξής τρεις ρυθμιστικές εκκρεμότητες:
- Απόφαση από την ΡΑΕΚ για να ανακτήσει ο ΑΔΜΗΕ τα ποσά έναντι εσόδου ετών 2025 και 2026 που προβλέπονται στο ρυθμιστικό πλαίσιο για το έργο, ήτοι 50 εκατ. ευρώ (25 εκατ. ευρώ ανά έτος), όπως περιγράφεται στην οικεία απόφαση.
- Aπό κοινού έγκριση των δύο ρυθμιστικών αρχών για ανάκτηση των μέχρι σήμερα λειτουργικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένων και των σταλιών των ερευνητικών πλοίων (έως 28/2/2025), δεδομένου ότι από τον ΑΔΜΗΕ έχει υποβληθεί το σύνολο των διευκρινιστικών και συμπληρωματικών στοιχείων που έχουν ζητηθεί.
- Aπό κοινού έγκριση της υποβληθείσας από τον Ιούνιο 2024 Σύμβασης Παραχώρησης του έργου στην εταιρεία «GREAT SEA INTERCONNECTOR Μ.Α.Ε.» (Concession Agreement).
Στάση αναμονής η Nexans
Την ίδια στιγμή, η Nexans, η γαλλική εταιρεία που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου, δεν έχει πληρωθεί από τον Απρίλιο του 2025, παρότι έχει ήδη παραγάγει 350 χιλιόμετρα καλωδίου.
Έως σήμερα ο ΑΔΜΗΕ της έχει καταβάλει περίπου 300 εκατ. ευρώ, ποσό που καλύπτει εργασίες έως τον Αύγουστο του 2025 και δεν επιστρέφεται σε περίπτωση «ναυαγίου» του έργου.
Όπως αναφέρεται στην ίδια έκθεση της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, «πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω των ανωτέρω ρυθμιστικών εκκρεμοτήτων, δεν έχει εκδοθεί Full Notice to Proceed (FNTP) προς τη Nexans (τελευταία πληρωμή τον Απρίλιο 2025) και συνεπώς δεν προκύπτει κάποια υποχρέωση απέναντι στην Nexans για το υπόλοιπο ποσό της σύμβασης».
«Δεδομένων των καθυστερήσεων που έχουν προκύψει από την έναρξη του έργου μέχρι σήμερα και οι οποίες δεν αποδίδονται σε υπαιτιότητα του ΑΔΜΗΕ ή του Αναδόχου, ο Ανάδοχος διευκρίνισε ότι η διολίσθηση εκτιμάται στον 1 χρόνο περίπου από την έκδοση του FNTP και τον συνολικό επαναπρογραμματισμό των εργασιών της σύμβασης με μεταγενέστερη αναλυτική εκτίμηση που θα γίνει εκ νέου βάσει της διαθεσιμότητας των απαιτούμενων πόρων», συνεχίζει.