Οι κήλες αποτελούν μία από τις πιο συχνές χειρουργικές παθήσεις, καθώς εκτιμάται ότι επηρεάζουν το 5% έως 8% του πληθυσμού, ενώ σχεδόν ένας στους δέκα ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια μορφή στη διάρκεια της ζωής του. Η βουβωνοκήλη είναι η συχνότερη μορφή, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 75% των περιπτώσεων, με τις ομφαλοκήλες, επιγαστρικές και μηροκήλες να ακολουθούν. Σημαντικό ποσοστό αποτελούν και οι μετεγχειρητικές κήλες, οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν σε έως και 20% των ασθενών μετά από ανοιχτές επεμβάσεις.
Τα στοιχεία αυτά παρουσίασε ο καθηγητής Χειρουργικής του ΑΠΘ, Γρηγόρης Χατζημαυρουδής, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Κήλης (Hellenic Hernia Days 2026), που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη από τις 24 έως τις 26 Απριλίου 2026, στο Συνεδριακό Κέντρο ΚΕΔΕΑ.
«Με τον όρο “κήλη” εννοούμε ότι υπάρχει ένα χάσμα στα κοιλιακά τοιχώματα, μια “τρύπα” δηλαδή, μέσα από την οποία προπίπτει κάποιο σπλάχνο της περιτοναϊκής κοιλότητας. Γίνεται αντιληπτή από τους ασθενείς ως μια διόγκωση σε περιοχή όπου φυσικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μην είναι εμφανής η διόγκωση, αλλά να υπάρχουν συμπτώματα όπως πόνος ή αίσθημα καύσου στην περιοχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ασθενής προσέρχεται στον χειρουργό, γίνεται κλινική εξέταση και τίθεται η διάγνωση», εξηγεί ο κ. Χατζημαυρουδής.
Η αποκατάσταση της βουβωνοκήλης, μαζί με τη χολοκυστεκτομή, συγκαταλέγονται στις πιο συχνές επεμβάσεις της γενικής χειρουργικής. Η γενικότερη τάση στη χειρουργική των κοιλιακών τοιχωμάτων είναι η προτίμηση των ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών, όπως η λαπαροσκόπηση και η ρομποτική χειρουργική, όπου αυτό είναι εφικτό και το επιτρέπουν οι συνθήκες και η κατάσταση του ασθενούς.
Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό επεμβάσεων εξακολουθεί να πραγματοποιείται με ανοιχτή μέθοδο, ιδιαίτερα σε μικρότερα νοσοκομεία. Οι λόγοι, όπως σημειώνει ο κ. Χατζημαυρουδής, σχετίζονται περισσότερο με την εκπαίδευση και την έλλειψη υποστήριξης από άλλες ειδικότητες, όπως οι αναισθησιολόγοι, παρά με τον τεχνολογικό εξοπλισμό, που πλέον υπάρχει στα περισσότερα νοσοκομεία.
Η εξέλιξη της ρομποτικής χειρουργικής
Η ρομποτική χειρουργική αποτελεί εξέλιξη της λαπαροσκοπικής, επιτρέποντας πιο σύνθετες επεμβάσεις μέσα από μικρές τομές. Ο χειρουργός διατηρεί τον πλήρη έλεγχο μέσω ειδικής κονσόλας, αξιοποιώντας τεχνολογικά εργαλεία υψηλής ακρίβειας.
Τα βασικά πλεονεκτήματα της ρομποτικής τεχνικής είναι η τρισδιάστατη εικόνα υψηλής ανάλυσης, η μεγέθυνση του χειρουργικού πεδίου και η εξαιρετική ακρίβεια κινήσεων. Αυτά τα χαρακτηριστικά οδηγούν σε μεγαλύτερη ασφάλεια, λιγότερες επιπλοκές και καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς.
Οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές μειώνουν σημαντικά τον χρόνο νοσηλείας, ο οποίος μπορεί να περιοριστεί σε μία έως δύο ημέρες, ενώ περιορίζονται και ο μετεγχειρητικός πόνος και οι επιπλοκές. Προς το παρόν, η ρομποτική χειρουργική εφαρμόζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει ακόμη δημόσιο νοσοκομείο με ρομποτικό σύστημα, ενώ στην Αθήνα λειτουργούν ορισμένα. Γίνονται, ωστόσο, προσπάθειες ώστε ο εξοπλισμός αυτός να ενταχθεί και στα δημόσια νοσοκομεία.
Το συνέδριο και οι στόχοι του
«Το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Κήλης (Hellenic Hernia Days 2026) φέρνει στο προσκήνιο τη νέα εποχή της χειρουργικής του κοιλιακού τοιχώματος, όπου οι σύγχρονες τεχνολογίες μετασχηματίζουν την καθημερινή χειρουργική πρακτική. Με αιχμή τη ρομποτική χειρουργική και καινοτόμες τεχνικές, αναδεικνύονται σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις που αλλάζουν τα δεδομένα στη θεραπεία των ασθενών, προσφέροντας μεγαλύτερη ακρίβεια και ασφάλεια, ταχύτερη ανάρρωση και καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση της νέας γενιάς χειρουργών, μέσα από διαδραστικά workshops που γεφυρώνουν τη γνώση με την καθημερινή κλινική πράξη, με στόχο τη βελτίωση της φροντίδας των ασθενών», αναφέρει ο κ. Χατζημαυρουδής, πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου.
Κεντρικός στόχος της διοργάνωσης είναι η ενίσχυση της επιστημονικής γνώσης και η ουσιαστική ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ χειρουργών, ερευνητών και επαγγελματιών υγείας, με σκοπό τη συνεχή αναβάθμιση της φροντίδας των ασθενών και τη βελτίωση της καθημερινής κλινικής πρακτικής.