ΓΔ: 2273.73 -0.09% Τζίρος: 240.03 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:03
Οικογένεια σε σκηνή συζήτησης
Μια οικογένεια και ομιλητής σε εκδήλωση με παιδιά και συζήτηση.

Μητέρες και παιδιά συγχρονίζουν τους εγκεφάλους τους όταν παίζουν μαζί

Έρευνα του Πανεπιστημίου Νότιγχαμ με επικεφαλής Ελληνίδα μελετά πώς η διγλωσσία επηρεάζει τη σύνδεση μητέρας-παιδιού, εξετάζοντας τον εγκεφαλικό τους συγχρονισμό όταν η γλώσσα επικοινωνίας αλλάζει.

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου όλο και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν με δύο ή περισσότερες μητρικές γλώσσες, έρευνα του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ με επικεφαλής Ελληνίδα ερευνήτρια επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο η διγλωσσία επηρεάζει τη σύνδεση μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η μελέτη εξετάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου μητέρων και των δίγλωσσων παιδιών τους.

Μια μητέρα παίζει με το δίγλωσσο παιδί της χρησιμοποιώντας διαφορετική γλώσσα κάθε φορά, ενώ μια ομάδα ερευνητών παρακολουθεί την αλληλεπίδρασή τους. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται όχι στις λέξεις που ανταλλάσσουν, αλλά στον τρόπο που οι εγκέφαλοί τους συγχρονίζονται όταν αλλάζει η γλώσσα επικοινωνίας.

Ο λεγόμενος εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι η ταυτόχρονη δραστηριότητα των νευρωνικών δικτύων στους εγκεφάλους ανθρώπων που αλληλεπιδρούν, όπως όταν μιλούν ή εργάζονται μαζί. Ο συγχρονισμός αυτός ενισχύει τη συναισθηματική σύνδεση και την επικοινωνία, ενώ θεωρείται κρίσιμος για τις σχέσεις γονέων και παιδιών. «Ο εγκεφαλικός συγχρονισμός είναι σχεδόν σαν μουσικά όργανα που παίζουν μαζί... στο τέλος συγχρονίζονται και προκύπτει κάτι που βγάζει νόημα», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η επικεφαλής της μελέτης, ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, Ευστρατία Παπουτσέλου.

Η κ. Παπουτσέλου γεννήθηκε στη Λέσβο, σπούδασε νευροεπιστήμες στο King’s College του Λονδίνου και συνέχισε με διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στην απώλεια ακοής, τη γλώσσα και την επικοινωνία, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία.

Η σημασία της διγλωσσίας και το ερευνητικό κενό

Ζώντας στη Βρετανία, όπου είναι συχνό το φαινόμενο των δίγλωσσων οικογενειών, η ερευνήτρια διαπίστωσε ότι τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από επιστημονικές μελέτες. Έτσι, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην ΕΕ αυξήθηκε από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023.

Η ομάδα διερεύνησε κατά πόσο ο εγκεφαλικός συγχρονισμός μητέρων και παιδιών μεταβάλλεται ανάλογα με τη γλώσσα επικοινωνίας. Τα παιδιά γνωρίζουν καλά τόσο τη γλώσσα της οικογένειας όσο και τη γλώσσα της χώρας όπου γεννήθηκαν, ενώ οι γονείς συχνά δυσκολεύονται όταν χρησιμοποιούν τη δεύτερη γλώσσα, ιδιαίτερα σε συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές.

«Η αλληλεπίδραση στα παιδιά είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί τους βοηθά στην ανάπτυξη, στην εκμάθηση της γλώσσας, τους βοηθά να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους και να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες», επισημαίνει η κ. Παπουτσέλου.

Η μέθοδος και τα αποτελέσματα

Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων και παιδιών που ζουν στη Βρετανία. Οι μητέρες είχαν μέση ηλικία 38 ετών και υψηλό επίπεδο γνώσης αγγλικών, ενώ τα παιδιά, ηλικίας 3 έως 4 ετών, μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του hyperscanning, δηλαδή την ταυτόχρονη καταγραφή εγκεφαλικής δραστηριότητας δύο ατόμων που αλληλεπιδρούν, με τη βοήθεια ειδικών σκούφων με οπτικούς αισθητήρες (fNIRS).

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ελεύθερο παιχνίδι σε τρεις εκδοχές: στη μητρική γλώσσα της μητέρας, στα αγγλικά και μόνοι τους σε ξεχωριστούς χώρους. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Frontiers in Cognition», έδειξαν ότι το παιχνίδι μητέρας και παιδιού προκαλούσε εγκεφαλικό συγχρονισμό και στις δύο γλωσσικές συνθήκες.

«Η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση μεταξύ των εγκεφάλων, μια σύνδεση σημαντική για τη δημιουργία δεσμών και την επικοινωνία», υπογραμμίζει η κ. Παπουτσέλου.

Ο συγχρονισμός ήταν εντονότερος στον προμετωπιαίο φλοιό, περιοχή που σχετίζεται με λήψη αποφάσεων, συνεργασία και συναισθήματα, ενώ ασθενέστερος στην κροταφοβρεγματική περιοχή, που αφορά την κατανόηση του άλλου.

Επόμενα βήματα της έρευνας

Η ομάδα σκοπεύει να συνεχίσει τη μελέτη με οικογένειες που διαθέτουν διαφορετικό επίπεδο γνώσης αγγλικών, αλλά και να εξετάσει την αλληλεπίδραση παιδιών με άλλα μέλη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, διερευνάται ήδη η επικοινωνία μητέρων με παιδιά που έχουν κοχλιακά εμφυτεύματα.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ