Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει αναλάβει μια κρίσιμη αποστολή: να πείσει τις χώρες του Κόλπου ότι η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου αποτελεί θετική εξέλιξη, την ώρα που οι ηγέτες της περιοχής εκφράζουν ανησυχίες για τις παραχωρήσεις της Ουάσινγκτον προς την Τεχεράνη.
Ο Ρούμπιο επισκέπτεται σήμερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη συνέχεια το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, όπου θα έχει συναντήσεις με αξιωματούχους του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Στο Συμβούλιο συμμετέχουν επίσης η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν.
Κεντρικά ζητήματα της συμφωνίας, όπως η απουσία περιορισμών στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν και η πρόβλεψη για ταμείο ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων, προκαλούν προβληματισμό. Οι χώρες του Κόλπου φοβούνται ότι οι διατάξεις αυτές ενδέχεται να ενισχύσουν την περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης και να μεταβάλουν τις ισορροπίες ασφαλείας.
Όλες οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας είναι στρατηγικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, παρέχοντας επιμελητειακή υποστήριξη κατά τη διάρκεια του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα εναντίον του Ιράν. Παράλληλα, αποτέλεσαν στόχο ιρανικών αντιποίνων.
Μοναρχίες της περιοχής εκφράζουν απογοήτευση από το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ – Ιράν, καθώς θεωρούν την Τεχεράνη βασικό αντίπαλο. Οι απόψεις τους έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για την αμερικανική πολιτική, αφού τα Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις, θεμέλιο της αρχιτεκτονικής ασφαλείας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Σε περίπτωση που κάποια από αυτές τις χώρες επανεξετάσει τη συνεργασία της με τις ΗΠΑ, ακόμη και διακριτικά, θα μπορούσε να υπάρξει σημαντικός αντίκτυπος στην αμερικανική στρατηγική στην περιοχή. Ο Ρούμπιο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη καθησυχασμού των συμμάχων και στην υποστήριξη της συμφωνίας, την οποία ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να στηρίζει παρά τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο.
Ο Άντριου Πικ, πρώην αναπληρωτής υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ αρμόδιος για το Ιράκ και το Ιράν, εκτίμησε ότι ο Ρούμπιο μπορεί να υπενθυμίσει στους συμμάχους ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί σκληρή στάση έναντι της Τεχεράνης. Όπως δήλωσε, «αν αυτό το μνημόνιο κατανόησης καταρρεύσει, δεν θα έχει κανέναν ενδοιασμό να επιστρέψει και να τους χτυπήσει».
Ανησυχίες για την ασφάλεια και την περιφερειακή ισορροπία
Οι ηγέτες του Συμβουλίου Συνεργασίας υποστήριζαν τη διπλωματία πριν από την έναρξη του πολέμου, ωστόσο οι λεπτομέρειες της συμφωνίας προκάλεσαν αιφνιδιασμό. Η απουσία αναφοράς στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται εντός εμβέλειας ιρανικών πυραύλων.
Ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι δεν θα ήταν «δίκαιο» να στερηθεί η Τεχεράνη τέτοια όπλα. Παράλληλα, το ταμείο ανοικοδόμησης των 300 δισ. δολαρίων εγείρει φόβους για ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν και στήριξη ενόπλων ομάδων που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν κυβερνήσεις.
Στο Μπαχρέιν, η σουνιτική ηγεσία ανησυχεί ότι ένα οικονομικά ενισχυμένο Ιράν θα μπορούσε να υποκινήσει τη σιιτική πλειοψηφία, θυμίζοντας τις αναταραχές της Αραβικής Άνοιξης. Το Ιράν αρνείται κάθε εμπλοκή, αν και στο παρελθόν έχει εκφράσει δημόσια στήριξη προς σιίτες ακτιβιστές.
Η συμφωνία φαίνεται επίσης να αναγνωρίζει ρόλο του Ιράν στον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ, εξέλιξη που προκαλεί έντονη ανησυχία σε Κουβέιτ, Κατάρ και Σαουδική Αραβία, χώρες που εξαρτώνται από αυτή τη θαλάσσια οδό για τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Επανεκκίνηση σχέσεων ΗΠΑ – Ιράν
Αμερικανοί αξιωματούχοι μιλούν πλέον για πιθανή επανεκκίνηση των σχέσεων με την Τεχεράνη, προοπτική που αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από τα κράτη του Κόλπου. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον είναι πρόθυμη να «αλλάξει ριζικά» τη σχέση της με το Ιράν.
Όπως σημείωσε ο Σαουδάραβας αρθρογράφος Αμπντουλράχμαν αλ Ρασίντ στην εφημερίδα Arab News, «η συμφωνία αποκαθιστά το καθεστώς της Τεχεράνης ως περιφερειακή δύναμη». Εκτίμησε ότι τα περισσότερα από τα κεφάλαια που θα λάβει η Τεχεράνη θα κατευθυνθούν στην ενίσχυση της στρατιωτικής της θέσης και όχι στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ή της οικονομίας.