Το Βερολίνο εκτιμά ότι, μετά τις πρόσφατες ουκρανικές στρατιωτικές επιτυχίες, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για ένα πιθανό άνοιγμα διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαίων, Ουκρανών και Ρώσων, σύμφωνα με Γερμανό κυβερνητικό αξιωματούχο που επικαλείται το πρακτορείο Reuters.
«Ανοίγει σιγά σιγά ένα παράθυρο για συνομιλίες μεταξύ της ευρωπαϊκής και της ουκρανικής πλευράς και της Μόσχας», ανέφερε η κυβερνητική πηγή, επισημαίνοντας πως οι τελευταίες επιτυχίες των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων σημειώθηκαν παρά την ένταση των ρωσικών επιθέσεων σε ουκρανικές πόλεις.
Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, «οι σφοδρές μάχες των τελευταίων ημερών καταδεικνύουν ότι θα χρειαστούν μάλλον μήνες, όχι εβδομάδες για κάτι τέτοιο».
Αναζητείται το κατάλληλο σχήμα συνομιλιών
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι παραμένει ασαφές ποιοι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε ενδεχόμενες συνομιλίες με τη Ρωσία. «Θα είναι τελικά απαραίτητο να δημιουργηθεί μια μορφή η οποία αφενός θα είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική και αφετέρου θα θεωρείται από τους Ευρωπαίους απολύτως νομιμοποιημένη», ανέφεραν πηγές από κυβερνητικούς κύκλους.
Οι ίδιες πηγές σημείωσαν ότι «υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η ομάδα E3 (Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία) θα συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό το θέμα».
Οι τρεις χώρες έχουν ενισχύσει τον συντονισμό τους στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ το Βερολίνο θεωρεί πως οι πιθανές συνομιλίες με τη Μόσχα πρέπει να καθοδηγούνται από «σαφή πολιτική πυξίδα και σαφές όραμα για το επιθυμητό αποτέλεσμα», σε στενή συνεργασία με την Ουκρανία, τους Ευρωπαίους εταίρους και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η γραμμή του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς
Κατευθυντήρια αρχή του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, είναι η θέση «Τίποτα χωρίς την Ουκρανία και όχι σε ανεξάρτητη γερμανορωσική μονομαχία».
Η στάση αυτή, όπως υπογραμμίζεται, εκφράζει «την καλύτερη δυνατή έκφραση ενός υπεύθυνου και ιστορικά συνειδητού γερμανικού ρόλου, αλλά και της γερμανικής ηγεσίας».
Το Βερολίνο επισημαίνει, τέλος, ότι οι όποιες συνομιλίες δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε αντιπαλότητα με τις ΗΠΑ, οι οποίες πρέπει να παραμείνουν πλήρως ενταγμένες στη διαδικασία.