Τουλάχιστον 90 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους ύστερα από έκρηξη αερίου σε ανθρακωρυχείο στη βορειοανατολική Κίνα, σύμφωνα με τον νεότερο απολογισμό που ανακοινώθηκε σήμερα. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ δεσμεύθηκε ότι θα «αντληθούν διδάγματα» από το πλέον πολύνεκρο δυστύχημα που έχει σημειωθεί σε κινεζικό ορυχείο τα τελευταία 17 χρόνια.
Όπως μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Νέα Κίνα (Xinhua), 247 εργαζόμενοι βρίσκονταν στο ανθρακωρυχείο της Λιουσενγιού όταν σημειώθηκε η έκρηξη αργά το βράδυ της Δευτέρας (τοπική ώρα). Οι περισσότεροι διασώθηκαν, ωστόσο τουλάχιστον 90 έχασαν τη ζωή τους, χωρίς να έχει διευκρινιστεί αν υπάρχουν ακόμη αγνοούμενοι.
Στο σημείο επιχειρούν 345 διασώστες, ενώ οι εικόνες της κρατικής τηλεόρασης δείχνουν συνεργεία με κράνη να μεταφέρουν φορεία και ασθενοφόρα να παραμένουν σε ετοιμότητα. Το ορυχείο βρίσκεται περίπου 500 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Πεκίνου, στην επαρχία Σανσί, περιοχή με έντονη δραστηριότητα εξόρυξης και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων άνθρακα.
Τα δυστυχήματα στα κινεζικά ορυχεία άνθρακα παραμένουν συχνά, όμως το συγκεκριμένο είναι το πλέον πολύνεκρο από τον Νοέμβριο του 2009, όταν έκρηξη αερίου στη Χεϊλονγκτζιάνγκ είχε προκαλέσει τον θάνατο 108 ανθρώπων.
Εντολή για πλήρη διερεύνηση
Ο Σι Τζινπίνγκ έδωσε εντολή να κινητοποιηθούν «όλα τα μέσα» για τη φροντίδα των τραυματιών και να διεξαχθεί εις βάθος έρευνα για τα αίτια της τραγωδίας. Ο ίδιος τόνισε ότι οι αρχές πρέπει να «αντλήσουν διδάγματα από το συμβάν αυτό (...), να παραμένουν μόνιμα σε επαγρύπνηση για την εργασιακή ασφάλεια (...) και να προλαμβάνουν και να αποτρέπουν τέτοια μείζονα και καταστροφικά ατυχήματα».
Σύμφωνα με το Νέα Κίνα, οι αρχές έχουν θέσει υπό κράτηση στελέχη της εταιρείας που διαχειριζόταν το ορυχείο. Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων δεκαετιών στην εργασιακή ασφάλεια, η εφαρμογή των πρωτοκόλλων εξακολουθεί να θεωρείται ανεπαρκής σε αρκετές περιπτώσεις.
Η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα και ο πρώτος εκπομπός CO2 παγκοσμίως. Ο άνθρακας εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ενέργειας για τη χώρα, καθώς θεωρείται πιο αξιόπιστος σε σχέση με τις ανανεώσιμες πηγές, οι οποίες παρουσιάζουν διακυμάνσεις στην παραγωγή τους.