Η 61η Μπιενάλε της Βενετίας άνοιξε τις πύλες της, προσφέροντας ένα πολυφωνικό πανόραμα σύγχρονης τέχνης όπου μεγάλα ονόματα της διεθνούς σκηνής συναντούν νέες, δυναμικές φωνές. Σπίτια από κλωστή, δάπεδα από αλάτι και κήποι ακρόασης αποτελούν μερικά μόνο από τα έργα που συνθέτουν το εικαστικό τοπίο της φετινής διοργάνωσης, η οποία φιλοξενεί δημιουργίες από τη ζωγραφική και τη γλυπτική έως την περφόρμανς και τις πολυμεσικές εγκαταστάσεις.
Η έκθεση, που θα διαρκέσει έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, πραγματοποιείται σύμφωνα με το επιμελητικό όραμα της Κόγιο Κούο, η οποία έφυγε από τη ζωή κατά την περίοδο προετοιμασίας. Οι στενοί συνεργάτες της ολοκλήρωσαν την επιμέλεια, τιμώντας την πρώτη Αφρικανή γυναίκα που ανέλαβε τη διεύθυνση της κορυφαίας αυτής εικαστικής διοργάνωσης. Το αφήγημά της, «Σε χαμηλές τονικότητες» (In Minor Keys), προτείνει μια ήσυχη, εσωτερική προσέγγιση της τέχνης, με ισόρροπη εκπροσώπηση φύλων και γεωγραφιών.
Η φετινή Μπιενάλε, με πάνω από 100 εθνικές συμμετοχές και 31 παράλληλες δράσεις, σημαδεύτηκε από θεσμικές ανατροπές: την παραίτηση της διεθνούς επιτροπής βραβείων, την κατάργηση των Χρυσών Λεόντων και την αντικατάστασή τους από βραβεία κοινού. Παράλληλα, οι συζητήσεις για τη συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ μετέφεραν το ενδιαφέρον από το καλλιτεχνικό στο πολιτικό επίπεδο, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Περίπτερα που ξεχωρίζουν
Η Μπιενάλε ενθαρρύνει τον επισκέπτη να κινηθεί με αργό ρυθμό, δίνοντας χώρο στην παρατήρηση και τη βιωματική εμπειρία. Τα περισσότερα περίπτερα εστιάζουν λιγότερο στο έργο ως αντικείμενο και περισσότερο στην εμπειρία που αυτό γεννά.
Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες συμμετοχές συγκαταλέγονται εκείνες της Αυστρίας, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Ινδίας, της Αργεντινής και του Βατικανού. Κοινός παρονομαστής είναι η ενεργή συμμετοχή του κοινού, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά.
Από δεξαμενές νερού σε «μωρά-κούκλες»
Στο Κεντρικό Περίπτερο των Giardini, η Otobong Nkwanga μεταμορφώνει την πρόσοψη του κτιρίου σε έναν ζωντανό οργανισμό, φέρνοντας σε διάλογο τη φύση, την οικονομία και την οικολογία. Στο αυστριακό περίπτερο, η Florentina Holzinger παρουσιάζει το «Seaworld Venice», μια εγκατάσταση που εξερευνά τα όρια αντοχής του ανθρώπινου σώματος μέσα σε ένα υδάτινο, απορρυθμισμένο περιβάλλον, παραπέμποντας στις περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ίδια η Βενετία.
Στο ιαπωνικό περίπτερο, ο Ei Arakawa-Nash προσεγγίζει τη φροντίδα ως συλλογική πράξη. Οι επισκέπτες κρατούν «μωρά-κούκλες» και βιώνουν μια συμβολική εμπειρία ευθύνης και ευαλωτότητας, μέσα από το έργο «Grass Babies, Moon Babies». Οι 208 κούκλες λειτουργούν ως σημεία συνάντησης ανάμεσα στην προσωπική και τη συλλογική μνήμη.
Το βάρος της Ιστορίας και η μνήμη
Η Γερμανία παρουσιάζει την έκθεση «Ruin», σε επιμέλεια Kathleen Reinhardt, όπου οι Sung Tieu και Henrike Naumann επανανοηματοδοτούν την αρχιτεκτονική του περιπτέρου, σχολιάζοντας τη γερμανική ιστορία και τις κοινωνικές μεταβολές. Η εγκατάσταση συνδυάζει μινιμαλισμό και υπερβολή, με αντικείμενα που αποκαλύπτουν πώς η ιδεολογία διεισδύει στην καθημερινότητα.
Το ινδικό περίπτερο, υπό την επιμέλεια του Amin Jaffer, επιστρέφει με την έκθεση «Geographies of Distance: remembering home», διερευνώντας την έννοια του σπιτιού και της μνήμης. Ξεχωρίζει η Sumakshi Singh, που αναδημιουργεί το κατεδαφισμένο πατρικό της σπίτι από κλωστή, αποδίδοντας την απώλεια με ποιητικό τρόπο.
Η αργεντίνικη συμμετοχή του Matías Duville, με τίτλο «Monitor Yin Yang», δημιουργεί ένα τοπίο από λευκό αλάτι και μαύρο κάρβουνο, όπου η κάθε κίνηση του θεατή μεταμορφώνει το έργο, υπογραμμίζοντας την ευθραυστότητα της ανθρώπινης παρέμβασης.
Η ελληνική συμμετοχή και το Βατικανό
Στο ελληνικό περίπτερο, ο Ανδρέας Αγγελιδάκης παρουσιάζει το «Escape Room», ένα συμβολικό «δωμάτιο απόδρασης» που αντιμετωπίζει την ιστορία ως ανοιχτό πεδίο ερμηνειών. Σε επιμέλεια του Γιώργου Μπεκιράκη και με εθνικό επίτροπο τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMUS), το έργο μετατρέπει τον χώρο σε λαβύρινθο ιστορικών και ιδεολογικών αναφορών.
Το περίπτερο της Αγίας Έδρας του Βατικανού, με τίτλο «The Ear is the Eye of the Soul», επιμελημένο από τους Hans Ulrich Obrist και Ben Vickers, εστιάζει στην ακουστική εμπειρία. Με τη συμμετοχή καλλιτεχνών όπως οι Brian Eno, Patti Smith και Jim Jarmusch, η έκθεση αποτίει φόρο τιμής στη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, προτείνοντας μια εμπειρία «ηχητικής προσευχής» μέσα από τον ήχο και τη σιωπή.