Οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών εκφράζουν έντονη απαισιοδοξία για την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας που θα οδηγήσει στον τερματισμό της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία εντός του έτους, παρά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι συνομιλίες με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ βρίσκονται «αρκετά κοντά» σε αποτέλεσμα.
Πέντε επικεφαλής ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών, που μίλησαν στο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας, ανέφεραν ότι η Ρωσία δεν δείχνει διάθεση να σταματήσει τον πόλεμο σύντομα. Τέσσερις εξ αυτών εκτιμούν ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ για να πιέσει προς την κατεύθυνση της άρσης των κυρώσεων και της σύναψης εμπορικών συμφωνιών.
Οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη χαρακτηρίστηκαν ως «θέατρο διαπραγματεύσεων» από έναν εκ των επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών, υποδηλώνοντας ότι οι συζητήσεις έχουν περισσότερο επικοινωνιακό χαρακτήρα παρά ουσιαστικό.
Η διαφορετική προσέγγιση μεταξύ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και Ουάσινγκτον είναι εμφανής. Σύμφωνα με την Ουκρανία, οι ΗΠΑ επιδιώκουν ειρηνευτική συμφωνία έως τον Ιούνιο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Κογκρέσου. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δηλώνει πεπεισμένος ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν επιθυμεί συμφωνία.
«Η Ρωσία δεν επιδιώκει μια ειρηνευτική συμφωνία. Επιδιώκει τους στρατηγικούς της στόχους, και αυτοί δεν έχουν αλλάξει», ανέφερε ένας από τους αξιωματούχους. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν την απομάκρυνση του Ουκρανού ηγέτη Βολοντίμιρ Ζελέσνκι και τη μετατροπή της χώρας σε ένα «ουδέτερο» ανάχωμα έναντι της Δύσης.
Άλλος επικεφαλής υπηρεσίας σημείωσε ότι η ρωσική οικονομία δεν βρίσκεται «στα πρόθυρα της κατάρρευσης» και πως η Μόσχα δεν έχει λόγο να επιδιώξει ειρήνη άμεσα. Παρότι οι αξιωματούχοι δεν αποκάλυψαν τις πηγές των πληροφοριών τους, τόνισαν ότι η Ρωσία αποτελεί προτεραιότητα στις επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό. Ο Πούτιν έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμος για ειρήνη, αλλά «με τους δικούς του όρους», ενώ Ρώσοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα υποτιμήσει τη Ρωσία.
Έντονη διπλωματία και αδιέξοδο στις συνομιλίες
Ουκρανοί και Ρώσοι διαπραγματευτές συναντήθηκαν για τρίτη φορά φέτος με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, χωρίς πρόοδο σε κρίσιμα ζητήματα όπως το εδαφικό. Ο Ζελένσκι εξέφρασε απογοήτευση για την έλλειψη ουσιαστικής προόδου, επισημαίνοντας ότι οι Ρώσοι επιμένουν σε ιστορικές αναφορές αντί για πρακτικές λύσεις.
Η Μόσχα ζητά από το Κίεβο να αποσύρει τις δυνάμεις του από το 20% της περιοχής του Ντονέτσκ που δεν ελέγχει, κάτι που η Ουκρανία αρνείται. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, η Ρωσία θα ικανοποιούνταν με τον πλήρη έλεγχο του Ντονέτσκ, αν και θα παρέμενε ο στόχος της αλλαγής κυβέρνησης στο Κίεβο.
Κάποιοι αξιωματούχοι θεωρούν λανθασμένη την πεποίθηση ότι η παραχώρηση του Ντονέτσκ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ειρήνη, προβλέποντας νέες ρωσικές απαιτήσεις. Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες για το «πολύ περιορισμένο» επίπεδο διαπραγματευτικών δεξιοτήτων στη Δύση, όπως σημειώνει ένας επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και οι οικονομικές παράμετροι
Της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας ηγούνται ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, στενοί συνεργάτες του Τραμπ. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι απάντησε ότι «ο Πρόεδρος Τραμπ και η ομάδα του έχουν κάνει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον για να φέρουν τις δύο πλευρές κοντά».
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Μόσχα επιδιώκει να συνδυάσει τις διαπραγματεύσεις για τον πόλεμο με διμερείς οικονομικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν άρση κυρώσεων. Ο Ζελένσκι έχει αναφέρει ότι οι δύο πλευρές συζητούν προτάσεις ύψους έως και 12 τρισ. δολαρίων, ενώ ο Ρώσος απεσταλμένος Κιρίλ Ντμίτριεφ έκανε λόγο για «χαρτοφυλάκιο έργων άνω των 14 τρισ. δολαρίων».
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι προτάσεις αυτές στοχεύουν να προσελκύσουν τόσο τον Τραμπ όσο και Ρώσους ολιγάρχες που έχουν πληγεί από τις κυρώσεις, διατηρώντας παράλληλα την αφοσίωση τους στον Πούτιν. Παρά τις δυσκολίες, η Ρωσία θεωρείται «ανθεκτική κοινωνία».
Ωστόσο, σύμφωνα με έναν τρίτο επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών, η Ρωσία αντιμετωπίζει «πολύ υψηλούς» οικονομικούς κινδύνους στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, λόγω του περιορισμένου δανεισμού και του υψηλού κόστους χρηματοδότησης. Η οικονομία της χώρας κινείται μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης, με ανάπτυξη περίπου 1% το προηγούμενο έτος.
Το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται στο 15,5%, ενώ το αποθεματικό ταμείο της Ρωσίας έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό από το 2022, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.