Η HSBC προειδοποιεί ότι η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από «αναδυόμενη» σε «ανεπτυγμένη» αγορά στους δείκτες MSCI ενδέχεται να έχει περισσότερο αρνητικές παρά θετικές συνέπειες και διατηρεί την υποεπενδεδυμένη στάση (underweight) απέναντι στην Ελλάδα..
Παρότι η ένταξη στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών συχνά θεωρείται θετική εξέλιξη, στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας βαρύτητας στους δείκτες, περιορισμένων παθητικών εισροών και αποχώρησης ενεργών επενδυτών αναδυόμενων αγορών.
Η έκθεση της HSBC υπογραμμίζει ότι τα funds ανεπτυγμένων αγορών ενδέχεται να αγνοήσουν την Ελλάδα λόγω μικρού μεγέθους, ενώ οι ελληνικές τράπεζες δεν εμφανίζονται πλέον ως ελκυστικά «value plays» σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Ως προειδοποιητικό παράδειγμα αναφέρεται η εμπειρία του Ισραήλ, όπου η αναβάθμιση οδήγησε σε μείωση ρευστότητας και μακροχρόνια υποαπόδοση.
Η τράπεζα αναφέρει ότι η MSCI ανακοίνωσε στις 26 Ιανουαρίου την έναρξη διαβούλευσης για την επαναταξινόμηση της Ελλάδας από Emerging Market (EM) σε Developed Market (DM) σε ένα βήμα, με στόχο εφαρμογή στην αναθεώρηση του Αυγούστου 2026 και την απόφαση να αναμένεται στις 31 Μαρτίου 2026.
Η HSBC σημειώνει πως προκαλεί έκπληξη η ταχύτητα με την οποία η MSCI επιχειρεί τώρα να επισπεύσει την αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά, επισημαίνοντας ότι ιστορικά η MSCI αφήνει συνήθως ένα έτος ανάμεσα στην επιβεβαίωση και την εφαρμογή μιας αναβάθμισης.
Υπενθυμίζει παράλληλα πως η αιτιολόγηση της MSCI για τη μη αναβάθμιση της Ελλάδας στην περσινή αξιολόγηση ήταν κάπως παράδοξη, καθώς ακόμη και η ίδια η εξήγηση του οίκου υποδήλωνε ότι δεν ήταν πεπεισμένος πως επρόκειτο για τη σωστή κίνηση.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση «στην περίπτωση της Ελλάδας, έχουμε προειδοποιήσει εδώ και καιρό ότι μια αναβάθμιση ενδέχεται να εξελιχθεί σε υποβάθμιση, καθώς η αγορά κινδυνεύει να μετακινηθεί από μια δυναμική και δημοφιλή ιστορία στο σύμπαν των αναδυόμενων αγορών σε μια μικρή και λιγότερο ρευστή γωνιά των ανεπτυγμένων αγορών».
Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στις παθητικές ροές
Η μετάβαση σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς ενεργοποιεί μηχανικές ροές από παθητικά κεφάλαια που παρακολουθούν δείκτες και οφείλουν να αναπαράγουν τη σύνθεση των benchmark τους. Τα παθητικά funds που παρακολουθούν τον δείκτη MSCI EM θα υποχρεωθούν να πουλήσουν ελληνικές μετοχές, ενώ εκείνα που παρακολουθούν δείκτες ανεπτυγμένων αγορών θα πρέπει να αγοράσουν.
Συχνά θεωρείται ότι μια αναβάθμιση σε ανεπτυγμένη αγορά οδηγεί σε καθαρές εισροές παθητικών κεφαλαίων, ωστόσο αυτό δεν είναι βέβαιο για την Ελλάδα. Το βάρος της χώρας στους δείκτες DM θα είναι σημαντικά μικρότερο από το σημερινό της βάρος στον δείκτη EM και, λόγω περιορισμών κεφαλαιοποίησης, η Ελλάδα πιθανότατα θα έχει λιγότερες μετοχές στους δείκτες DM σε σχέση με τους EM — περίπου 5 έναντι 8.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πρόταση της MSCI συμπίπτει χρονικά με αντίστοιχες κινήσεις και από άλλους παρόχους δεικτών. Οι FTSE Russell και STOXX κινούνται επίσης προς την αναταξινόμηση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά.
Η FTSE έχει ήδη ανακοινώσει επισήμως από τον Οκτώβριο ότι θα αναβαθμίσει την Ελλάδα από Advanced Emerging σε Developed Market, ενώ η STOXX ενδέχεται να ακολουθήσει στην επικείμενη αναθεώρησή της τον Απρίλιο, γεγονός που θα καθιστούσε τις ελληνικές μετοχές επιλέξιμες για ένταξη σε βασικούς ευρωπαϊκούς δείκτες, όπως ο STOXX 600 και ο Euro STOXX.
Παρά τις πολλαπλές αλλαγές, ο συνολικός αντίκτυπος των ροών ενδέχεται τελικά να εξισορροπηθεί. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η ένταξη στους δείκτες STOXX θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές αγορές ύψους περίπου 1 δισ. δολαρίων (Bloomberg, 7 Ιανουαρίου 2026), πιθανότατα στις 18 Σεπτεμβρίου, ενώ οι αλλαγές των FTSE και MSCI θα μπορούσαν να προκαλέσουν καθαρές πωλήσεις ύψους 400 εκατ. δολαρίων στις 18 Σεπτεμβρίου και 500 εκατ. δολαρίων στις 31 Αυγούστου αντίστοιχα.
Κίνδυνος απώλειας ενδιαφέροντος από ενεργούς διαχειριστές
Πέρα από τις παθητικές ροές, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για τις ελληνικές μετοχές εξαρτώνται από τη στάση των ενεργών επενδυτών. Η HSBC σημειώνει ότι η βασική ανησυχία είναι ότι τα funds αναδυόμενων αγορών θα αναγκαστούν να περιορίσουν την έκθεσή τους, ενώ τα funds ανεπτυγμένων αγορών ενδέχεται να αγνοήσουν την Ελλάδα λόγω του μικρού της μεγέθους.
Με βάση τη βάση δεδομένων τοποθετήσεων GEMs funds που διατηρούμε, εκτιμούμε ότι περίπου το 10%-20% των funds απαγορεύεται να διατηρεί θέσεις εκτός δείκτη αναφοράς. Αν η Ελλάδα ενταχθεί στους δείκτες DM, θα καταστεί η δεύτερη μικρότερη αγορά στην Ευρώπη. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, θα κατατασσόταν μόλις στην 175η θέση μεταξύ 245 χρηματοοικονομικών μετοχών στους δείκτες DM.
Η τράπεζα τονίζει ότι η πιθανή αναβάθμιση ήταν ένας από τους λόγους που γύρισε την Ελλάδα σε underweight στην αρχή του έτους.
Όπως σημειώνει, έχει δεχθεί αντιδράσεις από πελάτες, με το βασικό επιχείρημα να είναι ότι οι επενδυτές των ανεπτυγμένων θα μπορούσαν να προσελκυστούν από τις αποτιμήσεις, την πιστωτική επέκταση και το «διαρθρωτικό story» της χώρας, ειδικά στον τραπεζικό κλάδο.
Παρότι η HSBC αναγνωρίζει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών τραπεζών είναι ισχυρά, θεωρεί «άβολη» τη χρονική στιγμή μιας αναβάθμισης, καθώς οι ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές συνολικά έχουν εκτοξευθεί, καταγράφοντας άνοδο περίπου 70% τον τελευταίο χρόνο.
Με όρους αποτίμησης (PB-ROE), η HSBC εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν εμφανίζονται πλέον ως προφανής «ευκαιρία αξίας» σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς peers, μετά το ισχυρό rerating των τελευταίων δύο ετών.
Ως ένδειξη του περιορισμένου ενδιαφέροντος που μπορεί να επιδείξουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων, η HSBC επικαλείται στοιχεία τοποθετήσεων: περίπου το 60% των GEMs funds έχει έκθεση στην Ελλάδα, αλλά μόλις το 7% των παγκόσμιων funds.
Για τις ελληνικές τράπεζες ειδικά, το ποσοστό των global funds υπολογίζεται στο 5%, που είναι σαφώς χαμηλότερα σε σχέση με χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (52%), η Γαλλία (30%), η Ελβετία (26%), η Γερμανία (25%), η Ιταλία (24%) και η Ισπανία (21%).
Κατά την άποψή της HSBC, η Ελλάδα κινδυνεύει να ακολουθήσει παρόμοια πορεία με την αγορά μετοχών του Ισραήλ. Το Ισραήλ αποχώρησε από τον δείκτη MSCI EM το 2010 και εντάχθηκε στους δείκτες DM, με το βάρος του να μειώνεται από 2,7% σε 0,2%. Τα τρία χρόνια που ακολούθησαν, οι συναλλαγές στο Χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ μειώθηκαν κατά περίπου 50%, ενώ η αγορά υποαπέδωσε τόσο έναντι των EM όσο και των DM δεικτών κατά 35% και 60% αντίστοιχα.