Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αρκεί από μόνη της για να μεταμορφώσει έναν οργανισμό, σύμφωνα με τη νέα παγκόσμια έρευνα της Deloitte. Όπως προκύπτει, το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα θα ανήκει στις επιχειρήσεις που επενδύουν στην προσαρμοστικότητα, στον επανασχεδιασμό της εργασίας και στην ανάπτυξη των ανθρώπων τους. Με αφορμή τα ευρήματα, ο Γιώργος Φράγκος, Equity Partner και Human Capital Leader της Deloitte Ελλάδος, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η επόμενη ημέρα αφορά κυρίως τη σχέση της τεχνολογίας με τον άνθρωπο.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται ραγδαία, αλλάζοντας ήδη τη λειτουργία των επιχειρήσεων παγκοσμίως. Νέα εργαλεία και αυτοματοποιημένες διαδικασίες υπόσχονται αυξημένη παραγωγικότητα και καλύτερη αξιοποίηση πόρων. Ωστόσο, όσο η τεχνολογία ωριμάζει, τόσο καθίσταται σαφές ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η ικανότητα των οργανισμών να προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα.
Η έρευνα της Deloitte και η αξία της προσαρμοστικότητας
Η διεθνής έρευνα «2026 Global Human Capital Trends» της Deloitte αναδεικνύει ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν επαρκεί. Η πραγματική υπεραξία δημιουργείται όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη συνδυάζεται με νέες δεξιότητες, μορφές ηγεσίας και κουλτούρα συνεχούς μάθησης. Το 85% των ηγετών θεωρεί την προσαρμοστικότητα βασική προϋπόθεση επιτυχίας, αλλά μόλις το 7% έχει αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση.
Όπως σημειώνει ο Γιώργος Φράγκος, «το AI είναι πράγματι επανάσταση, αλλά όχι μόνο τεχνολογική. Είναι ένα έργο μετασχηματισμού της εργασίας. Και αυτό σημαίνει ότι δεν ξεκινάμε από την τεχνολογία αλλά από τον άνθρωπο».
Η έρευνα δείχνει ότι οι οργανισμοί που προσεγγίζουν το AI αποκλειστικά ως τεχνολογική επένδυση είναι 1,6 φορές πιθανότερο να μην επιτύχουν τις αποδόσεις που προσδοκούν. Αντίθετα, όσοι ξεκινούν από τον άνθρωπο και επανασχεδιάζουν συνολικά την εργασία έχουν υπερδιπλάσιες πιθανότητες να ξεπεράσουν τους στόχους τους.
Ο ρόλος του ανθρώπου στην εποχή του Agentic AI
Παρά το γεγονός ότι το 66% των ηγετών αναγνωρίζει τη σημασία της συνεργασίας ανθρώπου και AI, μόλις το 6% δηλώνει ότι έχει σημειώσει πρόοδο στον σχεδιασμό της. Ο Γιώργος Φράγκος υπογραμμίζει ότι πολλές επιχειρήσεις επενδύουν σε λογισμικά χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο εργασίας. Στην ουσία, αγοράζουν έναν οργανωτικό μετασχηματισμό που απαιτεί νέα κουλτούρα και συνεχή εκπαίδευση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ευρωπαϊκή εταιρεία τηλεπικοινωνιών που, μετά από αρχική περιορισμένη αύξηση παραγωγικότητας 5%, πέτυχε άνοδο 30% όταν επένδυσε στην εκπαίδευση και στον επανασχεδιασμό διαδικασιών. Το αποτέλεσμα, όπως σημειώνει ο κ. Φράγκος, αποδεικνύει ότι η πραγματική αξία του AI βρίσκεται στον τρόπο ενσωμάτωσής του στην καθημερινότητα.
«Η τεχνολογία από μόνη της δεν δημιουργεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό προκύπτει όταν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο εργάζονται οι άνθρωποι», επισημαίνει ο ίδιος. Η μετάβαση από το Generative AI στο Agentic AI φέρνει νέα δεδομένα: τα συστήματα αποκτούν αυτονομία, σχεδιάζουν και εκτελούν ενέργειες χωρίς συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση. Ο άνθρωπος πλέον επιβλέπει, αξιολογεί και αναλαμβάνει ευθύνη αποφάσεων, δίνοντας έμφαση στην κρίση, την υπευθυνότητα και τη διαχείριση κινδύνων.
Οι επιπτώσεις στην απασχόληση και η ανάγκη επανασχεδιασμού
Η ταχύτατη εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τις επιπτώσεις στην απασχόληση. Παρότι υπάρχουν φόβοι για απώλειες θέσεων, ο Γιώργος Φράγκος θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Όπως σε κάθε τεχνολογική επανάσταση, κάποιες θέσεις καταργούνται, αλλά νέοι ρόλοι δημιουργούνται και οι περισσότερες εργασίες μετασχηματίζονται.
Η Deloitte αναφέρει την περίπτωση fintech εταιρείας που είχε ανακοινώσει αντικατάσταση 700 εργαζομένων μέσω chatbot, αλλά επανέφερε πολλούς από αυτούς, καθώς η ανθρώπινη κρίση και ενσυναίσθηση αποδείχθηκαν αναντικατάστατες.
Το ουσιαστικό ερώτημα, τονίζει ο κ. Φράγκος, δεν είναι πόσες θέσεις θα χαθούν, αλλά πόσες θα αλλάξουν – «και η απάντηση είναι σχεδόν όλες». Οι επιχειρήσεις που θα ξεχωρίσουν θα είναι εκείνες που θα επανασχεδιάσουν συνολικά τον τρόπο δημιουργίας αξίας και παραγωγής εργασίας.
Η κουλτούρα μάθησης ως θεμέλιο του μέλλοντος
Ο επανασχεδιασμός της εργασίας σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να ξεκινούν από τις δραστηριότητες που δημιουργούν αξία και να αποφασίζουν ποιες θα εκτελούνται από ανθρώπους, ποιες από AI και ποιες από τον συνδυασμό τους. Η τεχνολογία είναι πλέον προσβάσιμη σε όλους, όμως η κουλτούρα συνεχούς μάθησης και προσαρμογής δεν αγοράζεται εύκολα.
Οι ηγέτες καλούνται να εγκαταλείψουν τη λογική ότι διαθέτουν όλες τις απαντήσεις και να υιοθετήσουν μοντέλα διοίκησης που ενθαρρύνουν τη συνεργασία, τον πειραματισμό και τη συλλογική μάθηση.
Η έρευνα της Deloitte καταλήγει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Η πραγματική της αξία εξαρτάται από το πώς αξιοποιείται μέσα στους οργανισμούς. Το ανθρώπινο δυναμικό, η ηγεσία, η εμπιστοσύνη και η συνεχής εκπαίδευση θα καθορίσουν ποιοι οργανισμοί θα αξιοποιήσουν ουσιαστικά τις δυνατότητες της νέας εποχής.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η επόμενη ημέρα της εργασίας δεν θα κριθεί από το ποιος θα αποκτήσει πρώτος τα πιο προηγμένα εργαλεία AI, αλλά από το ποιος θα δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου άνθρωποι και Τεχνητή Νοημοσύνη θα λειτουργούν συμπληρωματικά, με κοινό σκοπό και διάθεση για συνεχή εξέλιξη.