Ο Εισαγγελέας της Έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ενώπιον του οποίου δικάζονται ο Δημήτρης Μελάς, επικεφαλής του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2021-2022 και νωρίτερα αντιπρόεδρος, καθώς και η πρώην διευθύντρια Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων του Οργανισμού, Αθανασία Ρέππα, ζήτησε την ενοχή των δύο κατηγορούμενων για υπόθαλψη εγκληματία από κοινού και κατά συρροή, καθώς και για παράβαση καθήκοντος. Παράλληλα, πρότεινε την αναβάθμιση της κατηγορίας της υπεξαγωγής εγγράφων σε κακούργημα.
Με εκτενή αναφορά στα νομικά δεδομένα και στα στοιχεία που προέκυψαν από την πολύμηνη ακροαματική διαδικασία, ο εντεταλμένος Ευρωπαίος Εισαγγελέας Αναστάσιος Παναγάκος υποστήριξε ότι οι δύο πρώην επιτελικοί του Οργανισμού απέκρυψαν σκόπιμα από την εισαγγελική αρχή την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου. Η έκθεση αυτή εντόπιζε παρατυπίες σε δηλώσεις 99 συγκεκριμένων ΑΦΜ παραγωγών, με στόχο –όπως είπε– να μην αποκαλυφθεί η εξαπάτηση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Οι κατηγορούμενοι επέδειξαν συμπεριφορά που δεν ταιριάζει με το επαγγελματικό προφίλ τους. Δεν επρόκειτο για αμέλεια. Με πρόθεση απέκρυψαν από τον εισαγγελέα έκθεση του 2020 της Τυχεροπούλου, που ζητούσε να ενημερωθούν οι δικαστικές αρχές», ανέφερε ο εισαγγελέας.
Κατά την εισαγγελική εκτίμηση, η πράξη αυτή συνιστά κακούργημα, καθώς η εκτιμώμενη ζημία υπερβαίνει τις 120 χιλιάδες ευρώ. Ως εκ τούτου, ο εισαγγελέας ζήτησε από το δικαστήριο να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο και να παραπέμψει το σκέλος της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
Ο κ. Παναγάκος υπογράμμισε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι επιχείρησαν να απαξιώσουν τα ευρήματα της κ. Τυχεροπούλου. Όπως είπε, «αντί να στείλουν την έκθεση Τυχεροπούλου στις δικαστικές αρχές και να μη πληρώσουν τους παραγωγούς αυτούς, η κ. Ρέππα με έγγραφό της υποστήριξε ότι η έκθεση ήταν αντίθετη στο θεσμικό πλαίσιο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλαδή παράνομη και ελλιπής».
Η αφετηρία της υπόθεσης
Ο εισαγγελικός λειτουργός αναφέρθηκε εκτενώς στην υπόθεση, η οποία ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία υπαλλήλου του ΟΠΕΚΕΠΕ για παράνομες επιδοτήσεις στην Κρήτη. Όπως ανέφερε, μετά από εντολή του τότε προέδρου Γρηγόρη Βάρρα διενεργήθηκε έλεγχος, ο οποίος επιβεβαίωσε τις αιτιάσεις περί παράνομων επιδοτήσεων.
Ακολούθως, συγκροτήθηκε ομάδα ελέγχου για τις αιτήσεις εθνικού αποθέματος των ετών 2019 και 2020. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα, ανέδειξε την υπόθεση των 99 ΑΦΜ μέσω της εργασίας της κ. Τυχεροπούλου.
Ο εισαγγελέας τόνισε ότι τα πορίσματα της Τυχεροπούλου είναι αξιόπιστα και πρόσθεσε πως η υπάλληλος, ακόμη και αν ενήργησε αυθαίρετα, «έφερε σε γνώση της διοίκησης ευρήματα απάτης. Εμείς θα την ψέξουμε για αυτό;».
Η διαδικασία θα συνεχιστεί αύριο, οπότε και αναμένεται να εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου.