Η Ντόρα Μπακογιάννη, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, τόνισε ότι η κατάργηση της δυνατότητας αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα συνιστά πράξη θεσμικής αυτοπεποίθησης για τη δημοκρατία και φόρο τιμής προς τις οικογένειες των θυμάτων της τρομοκρατίας. Όπως ανέφερε, οι οικογένειες αυτές δεν μπορούν να δεχθούν οι δράστες να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από αυτό που είναι: φονιάδες.
Αναφερόμενη στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τροποποίηση του άρθρου 47 του Συντάγματος, η κ. Μπακογιάννη σημείωσε ότι η σύγχρονη δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από ειδικές εξαιρέσεις για όσους στρέφονται εναντίον της. Υπογράμμισε πως δεν πρέπει να προσφέρεται καμία μορφή ανοχής σε όσους επιχειρούν να καλύψουν τη μισαλλοδοξία και την απανθρωπιά τους πίσω από πολιτικά προσχήματα.
«Τίποτα, τίποτα απολύτως, ούτε ένα κόμμα δεν πρέπει να υπάρχει μέσα στο Σύνταγμα που να εξυπηρετεί το αφήγημα των εχθρών της δημοκρατίας», επισήμανε, προσθέτοντας ότι η κατάργηση της αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα είναι ζήτημα σεβασμού στους θεσμούς του κράτους δικαίου και στη δημοκρατική νομιμότητα.
Ιστορική διάσταση της αμνηστίας
Η βουλευτής υπενθύμισε ότι η συνταγματική πρόβλεψη για αμνηστία είχε ιστορικές ρίζες και εξυπηρέτησε το εθνικό συμφέρον σε εποχές εμφυλίων και πολιτικών διχασμών. Όπως είπε, σε εκείνες τις περιόδους η εθνική συμφιλίωση απαιτούσε διαφορετική αντιμετώπιση των εγκλημάτων μεταξύ πολιτικών αντιπάλων.
Η κ. Μπακογιάννη υπογράμμισε ότι σήμερα η ελληνική δημοκρατία έχει ωριμάσει και δεν χρειάζεται πλέον τέτοιου είδους ρυθμίσεις. «Η μεγαλύτερη περηφάνεια για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, από τη μεταπολίτευση και ύστερα, είναι ότι δεν χρειαζόμαστε πια τέτοια αναγκαία κακά για να συμβιώσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Καταλήγοντας, σημείωσε πως οι δημοκρατικοί θεσμοί, ο πολιτικός πολιτισμός και η απρόσκοπτη εναλλαγή της εξουσίας έχουν αποδείξει την ανθεκτικότητα του πολιτεύματος, απογυμνώνοντας την πολιτική βία από κάθε ιδεολογικό μανδύα και εξισώνοντάς την με το κοινό έγκλημα.