Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας προβλήθηκε ως παράδειγμα επιτυχημένου κοινωνικού διαλόγου σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στις Βρυξέλλες με θέμα «Η Εθνική κοινωνική συμφωνία της Ελλάδας: Ένα ευρωπαϊκό μοντέλο για τον κοινωνικό διάλογο».
Η υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αγορά εργασίας τα τελευταία επτά χρόνια. Επισήμανε τη μείωση της ανεργίας κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, την αύξηση των μισθών και των συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, καθώς και την επιστροφή περισσότερων από 470.000 Ελλήνων που είχαν μεταναστεύσει λόγω της οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, όπως ανέφερε, «υπήρχε ένα στοιχείο όπου η Ελλάδα, αντικειμενικά μιλώντας, είχε πολλά περιθώρια βελτίωσης, και αυτό ήταν το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας».
Αναφερόμενη στην ευρωπαϊκή οδηγία για τον κατώτατο μισθό, η κ. Κεραμέως σημείωσε ότι έστειλε «ένα πολύ σαφές μήνυμα στα κράτη μέλη» για την ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων μέσω των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η επιλογή της συνεννόησης αντί της νομοθετικής παρέμβασης
Η υπουργός περιέγραψε δύο εναλλακτικές προσεγγίσεις που είχε η ελληνική κυβέρνηση: τη νομοθετική παρέμβαση μέσω της Βουλής ή την οικοδόμηση μιας συμφωνίας με τους κοινωνικούς εταίρους. Όπως εξήγησε, επέλεξε τη δεύτερη, πιο απαιτητική οδό, παρότι, όταν ρωτήθηκε για τις πιθανότητες επιτυχίας, απάντησε ότι «αν το σκεφτούμε αυτό από μια λογική οπτική γωνία, σχεδόν καμία».
«Είχα την αίσθηση ότι υπήρχε μια δυναμική εδώ. Ότι υπήρχε ένα επίπεδο εμπιστοσύνης που είχε χτιστεί και άξιζε τον χρόνο και την προσπάθεια να το δοκιμάσουμε τουλάχιστον», υπογράμμισε.
Σύμφωνα με την υπουργό, οι διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους διήρκεσαν πάνω από επτά μήνες και πραγματοποιήθηκαν υπό καθεστώς απόλυτης εμπιστευτικότητας. Στόχος ήταν να διασφαλιστεί η ειλικρίνεια των συζητήσεων και να καταστεί δυνατή η επίτευξη ουσιαστικών συμβιβασμών.
Οι παράγοντες επιτυχίας και τα πρώτα αποτελέσματα
Η Νίκη Κεραμέως απέδωσε την επιτυχία της συμφωνίας σε τρεις βασικούς παράγοντες: την εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, τη διάθεση για αμοιβαίες παραχωρήσεις και τη συνδιαμόρφωση του πλαισίου από την αρχή, χωρίς προκαθορισμένο κείμενο.
Όπως εξήγησε, η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Νοέμβριο του 2025 διευκολύνει τη σύναψη και την επέκταση συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ενώ παράλληλα ενισχύει την προστασία των εργαζομένων μετά τη λήξη μιας σύμβασης.
Η υπουργός ανέφερε ότι τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή, καθώς λίγους μήνες μετά την κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή, «περισσότερο από το 15% των εργαζομένων στην Ελλάδα» απέκτησε κάλυψη μέσω συλλογικών συμβάσεων.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η ελληνική εμπειρία αποδεικνύει πως ο ουσιαστικός κοινωνικός διάλογος μπορεί να οδηγήσει σε ευρείες συναινέσεις και απτά οφέλη για εργαζομένους και επιχειρήσεις.
Η ευρωπαϊκή διάσταση και οι νέες πρωτοβουλίες
Από την πλευρά της, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ροξάνα Μινζάτου, αρμόδια για ζητήματα Κοινωνικών Δικαιωμάτων και Δεξιοτήτων, Ποιοτικών Θέσεων Εργασίας και Ετοιμότητας, χαρακτήρισε την ελληνική συμφωνία παράδειγμα για όλη την Ευρώπη.
Όπως σημείωσε, η συμφωνία αποτέλεσε «στιγμή ανοικοδόμησης της εμπιστοσύνης και του κοινωνικού ιστού», ιδιαίτερα για μια χώρα χωρίς ισχυρή παράδοση κοινωνικού διαλόγου, όπου η κάλυψη συλλογικών διαπραγματεύσεων πριν τη συμφωνία βρισκόταν στο περίπου 13%.
Η κ. Μινζάτου συνέδεσε την ελληνική εμπειρία με την Οδηγία για τους Επαρκείς Κατώτατους Μισθούς και το ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τον Κοινωνικό Διάλογο. Παράλληλα, προανήγγειλε τη νέα Πράξη για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας (Quality Jobs Act), που θα επικεντρωθεί στην τεχνητή νοημοσύνη και στις αλυσίδες υπεργολαβίας, με στόχο την αντιμετώπιση επισφαλών εργασιακών πρακτικών.
Τέλος, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης για τη δίκαιη και ασφαλή αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εργασία.