Ολοκληρώθηκε στη Βουλή, σε β’ ανάγνωση από την αρμόδια επιτροπή, η επεξεργασία του νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για την «ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και λοιπές διατάξεις».
Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε επί της αρχής μόνο από τους βουλευτές της ΝΔ, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα της Αντιπολίτευσης – εκτός του ΚΚΕ που καταψήφισε – επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στην αυριανή συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια.
Ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας, Γιώργος Κώτσηρας, ανταποκρινόμενος σε προτάσεις κομμάτων και φορέων, προχώρησε σε νομοτεχνική βελτίωση, μειώνοντας τα παράβολα για τις φορολογικές δεσμευτικές απαντήσεις της διοίκησης σε επενδυτές – από 15.000 ευρώ σε 10.000 ευρώ και από 5.000 ευρώ σε 3.500 ευρώ.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η ηγεσία του υπουργείου θα αξιολογήσει και άλλα ζητήματα που έχουν τεθεί από κόμματα και φορείς, τονίζοντας: «Εδώ είμαστε, θα αξιολογηθούν όλες οι προτάσεις που κινούνται σε ρεαλιστική κατεύθυνση, ώστε να δώσουμε ολοκληρωμένες και δίκαιες λύσεις».
Όπως ανέφερε ο κ. Κώτσηρας, «στόχος του νομοσχεδίου είναι κατά κύριο λόγο η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην ευρωπαϊκή, δημιουργώντας ένα στιβαρό, σοβαρό, σύγχρονο, διαφανές και δίκαιο φορολογικό σύστημα».
Επισήμανε ακόμη ότι «δεν υπάρχει προστιμολαγνεία, όμως δεν μπορεί να υπάρχει και ασυδοσία στη φορολογική απάτη», υπογραμμίζοντας την ανάγκη αναλογικότητας στις φορολογικές επιβαρύνσεις και ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου.
Οι τοποθετήσεις των κομμάτων
Ο γενικός εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Πάρις Κουκουλόπουλος, επικέντρωσε την κριτική του στις προβλέψεις για τα πρόστιμα, σημειώνοντας ότι «τίποτα το ουσιαστικό δεν αλλάζει, ώστε να γίνει δικαιότερο το φορολογικό σύστημα». Πρόσθεσε ότι οι διατάξεις είναι θετικές αλλά ανεπαρκείς, ζητώντας εξορθολογισμό και πιο γενναίες ρυθμίσεις.
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Μπάρκας, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «ένα ακόμα πολυνομοσχέδιο με ετερόκλητες διατάξεις», υποστηρίζοντας ότι μεταφέρει το βάρος συμμόρφωσης στους μικρομεσαίους φορολογούμενους, ενώ διευκολύνει τους μεγάλους επιχειρηματίες.
Από πλευράς ΚΚΕ, ο Χρήστος Τσοκάνης τόνισε ότι η νομοθετική πρωτοβουλία «δεν δίνει καμία λύση στα τεράστια αδιέξοδα των ελλήνων πολιτών, ενώ ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις και τις φοροελαφρύνσεις των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων».
Ο ειδικός αγορητής της Νέας Αριστεράς, Ευκλείδης Τσακαλώτος, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει «να αποδομήσει το δημόσιο τομέα χωρίς να δείχνει ενδιαφέρον για την αντιμετώπιση των κοινωνικών φορολογικών ανισοτήτων».
Ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Λύσης, Στυλιανός Φωτόπουλος, κατηγόρησε την κυβέρνηση για «επιλεκτική ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας, που επιβραβεύει φορολογικά τους μεγάλους εισοδηματίες και επιβαρύνει τους μικρούς επαγγελματίες».
Από τη «ΝΙΚΗ», ο Ανδρέας Βορύλλας σημείωσε ότι απουσιάζει η ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, καθώς «αυξάνεται η πίεση στους μικρούς φορολογούμενους, ενώ δείχνεται ανοχή στους μεγαλοφοροφυγάδες».
Ο ειδικός αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας, Αλέξανδρος Καζαμίας, έκανε λόγο για «προβληματικό νομοσχέδιο, χωρίς ενιαία σύλληψη, αλλά με κολάζ ετερόκλητων και πελατειακών διατάξεων», υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα οδηγούν σε «φοροεπιδρομή εις βάρος των πολιτών».
Παρεμβάσεις από τη Νέα Δημοκρατία
Ο βουλευτής της ΝΔ, Γιώργος Καρασμάνης, ζήτησε να τερματιστεί η αδικία εις βάρος των παραγωγών λαϊκών αγορών, προτείνοντας την ένταξή τους στις ίδιες φοροαπαλλαγές με τους πωλητές αγροτικών προϊόντων.
Ο γενικός εισηγητής της ΝΔ, Θεόδωρος Καράογλου, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «σημαντική θεσμική παρέμβαση που θωρακίζει τη διαφάνεια και την κοινωνική δικαιοσύνη, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τις σύγχρονες μορφές φοροδιαφυγής».