Στις 24 Φεβρουαρίου 1975, η κυβέρνηση εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση μετά από πληροφορίες για συνωμοτικές κινήσεις αξιωματικών του στρατού. Όπως αναφερόταν, αποφασίστηκαν έκτακτα μέτρα, μεταξύ των οποίων και η επιφυλακή των φρουρών του λεκανοπεδίου Αττικής, κατόπιν εισήγησης του υπουργού Εθνικής Αμύνης σε σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Η ανακοίνωση, που διανεμήθηκε αργά το βράδυ της Δευτέρας, προκάλεσε έντονη ανησυχία. Ξένοι ανταποκριτές μετέδιδαν πληροφορίες για κίνημα αξιωματικών με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ενώ ραδιοφωνικοί σταθμοί του εξωτερικού ανέφεραν ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν τεθεί σε κατάσταση συναγερμού «δια λόγους εσωτερικής ασφαλείας».
Την επομένη, τα πρωτοσέλιδα του Τύπου αποτύπωναν τη δραματική ατμόσφαιρα. Εφημερίδες όπως ο Ταχυδρόμος, η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης κυκλοφορούσαν με τίτλους για καταστολή κινήματος αξιωματικών και συλλήψεις πρωταιτίων. Η Ελλάδα, μόλις λίγους μήνες μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, βρισκόταν ξανά αντιμέτωπη με τη σκιά της εκτροπής.
Η εύθραυστη μεταπολίτευση και οι πρώτες απειλές
Οι φήμες για υπονομευτικές κινήσεις μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις ήταν επίμονες. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον Καραμανλή, επιδίωκε μια σταδιακή αποχουντοποίηση, αποφεύγοντας ρήξεις που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη νέα δημοκρατία. Ωστόσο, η καθυστέρηση στην εκκαθάριση του στρατεύματος προκαλούσε αντιδράσεις, τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από στελέχη της ίδιας της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο πρωθυπουργός αντιμετώπιζε προσωπικούς κινδύνους, ενώ οι πληροφορίες για σχέδια ανατροπής του πλήθαιναν. Παρά τις πιέσεις, ο Καραμανλής επέμενε σε μια «σκόπιμα σταδιακή πορεία δράσης», όπως αργότερα θα σημείωνε ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, προκειμένου να εδραιωθεί η δημοκρατία χωρίς αιματοχυσία.
Το «πραξικόπημα της πιτζάμας»
Τον Φεβρουάριο του 1975, ομάδα νοσταλγών της δικτατορίας, υπό τους υποστράτηγο Παπαδάκη, ταξίαρχους Ντερτιλή και Μανιάτη και τον ταγματάρχη Μπόλαρη, προετοίμαζε νέο πραξικόπημα. Το σχέδιο προέβλεπε κατάληψη στρατιωτικών μονάδων και ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, με αίτημα την αμνηστία των φυλακισμένων Απριλιανών. Ως ημερομηνία εκτέλεσης είχε οριστεί το διάστημα 25 Φεβρουαρίου – 8 Μαρτίου.
Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε χάρη σε πληροφορίες της ΚΥΠ, και τα ξημερώματα της 24ης Φεβρουαρίου η κυβέρνηση έθεσε τον στρατό σε επιφυλακή. Οι περισσότεροι συνωμότες συνελήφθησαν στα σπίτια τους, πολλοί φορώντας πιτζάμες – γεγονός που χάρισε στο κίνημα την ειρωνική ονομασία «πραξικόπημα της πιτζάμας». Ο Μπόλαρης ήταν ο μόνος που προσπάθησε να διαφύγει, αλλά συνελήφθη λίγο πριν εγκαταλείψει τη χώρα.
Η πολιτική θύελλα και οι συνέπειες
Η απόπειρα ανατροπής προκάλεσε πολιτική αναταραχή. Μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με αίτημα την πλήρη αποχουντοποίηση του στρατεύματος. Στη Βουλή, οι αρχηγοί των κομμάτων άσκησαν σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων και την άμεση εκκαθάριση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την πολιτική του μετριοπάθειας, ενώ ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Ευάγγελος Αβέρωφ τόνισε ότι η αποχουντοποίηση δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό ζήτημα, επισημαίνοντας την ανάγκη να πεισθούν οι νέοι αξιωματικοί για τις αξίες της δημοκρατίας.
Το «πραξικόπημα της πιτζάμας» αποτέλεσε σημείο καμπής. Ακολούθησαν σαρωτικές αλλαγές στο στράτευμα: δεκάδες διοικητές αντικαταστάθηκαν και στις 5 Μαρτίου 1975 αποστρατεύθηκαν περισσότεροι από 180 ανώτατοι αξιωματικοί. Η επιχείρηση αυτή σφράγισε την οριστική απομάκρυνση των χουντικών στοιχείων και άνοιξε τον δρόμο για την πλήρη εδραίωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα.