Σε συνέντευξή του στο Open, ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης αναφέρθηκε στο σημερινό πολιτικό κλίμα, επισημαίνοντας ότι «πριν από δέκα χρόνια ζήσαμε μεγάλες περιόδους έντασης και τοξικότητας και ενός διαιρετικού λόγου».
Τόνισε πως τέτοιες καταστάσεις οδήγησαν τη χώρα στα άκρα και υπογράμμισε την ανάγκη για ψύχραιμο διάλογο χωρίς αλληλοκατηγορίες, στόχος που, όπως είπε, διασφαλίζει η κυβέρνηση.
Ο κ. Κοντογεώργης προσδιόρισε τρεις βασικούς άξονες για το κυβερνητικό έργο: τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα και τι θα γίνει έως τις εκλογές, τις προτάσεις για το μέλλον και τον τρόπο επικοινωνίας με την κοινωνία.
Απαντώντας σε ερωτήσεις για το πολιτικό εγχείρημα Καρυστιανού, ο υφυπουργός εστίασε στις αναφορές περί «προδοσίας» στην εξωτερική πολιτική, ξεκαθαρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει τέτοιο περιβάλλον.
Για την τραγωδία των Τεμπών, σημείωσε πως η κύρια δίκη στη Λάρισα αναμένεται να αποδώσει ευθύνες και να δώσει απαντήσεις για τα αίτια, ενώ υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση διευκόλυνε από την αρχή τις σχετικές διαδικασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ευθύνες πολιτικών προσώπων, τονίζοντας ότι για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση δύο υπουργοί της κυβέρνησης βρίσκονται στην κρίση του δικαστικού συμβουλίου.
Πολιτικές αντιπαραθέσεις και οικονομικές προτάσεις
Στη συνέχεια, ο υφυπουργός αναφέρθηκε στην πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις, επισημαίνοντας πως όσο πλησιάζουν οι εκλογές, θα αποκαλυφθούν οι πραγματικές θέσεις τους. Υπενθύμισε ότι προτείνονται μέτρα όπως εθνικοποίηση τραπεζών και διαγραφή δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.
Ο κ. Κοντογεώργης υπογράμμισε ότι η ρητορική τοξικότητας και πόλωσης συχνά καλύπτει την έλλειψη ουσιαστικών προτάσεων. Ξεκαθάρισε πως η κυβέρνηση δεν θα ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο και θα σταθεί απέναντι σε όσους το επιδιώκουν.
Αναφερόμενος στην αξιωματική αντιπολίτευση, μίλησε για εσωκομματική αναστάτωση στο ΠΑΣΟΚ και έθεσε ερωτήματα για τις επιλογές της ηγεσίας, σημειώνοντας πως το κόμμα δεν παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις.
Επισήμανε επίσης ότι κάποιοι πολιτικοί επένδυσαν στη δημιουργία εντάσεων και παραπλάνησαν τον λαό, πρακτική που η κυβέρνηση απορρίπτει.
Σχετικά με τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Κοντογεώργης ανέφερε ότι επιχειρεί να παρουσιάσει τα γεγονότα διαφορετικά απ’ ό,τι τα αντιλήφθηκαν οι πολίτες, αλλά τόνισε πως το ζητούμενο είναι η αυτοκριτική και η μάθηση από τα λάθη του παρελθόντος.
Ελληνοτουρκικά και κυριαρχικά δικαιώματα
Στο θέμα των ελληνοτουρκικών, ο υφυπουργός χαρακτήρισε «καταχρηστική» και «παράνομη» τη χρήση NAVTEX από την Τουρκία, επισημαίνοντας ότι δεν έχει κανένα έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο και δεν περιορίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.
Τόνισε την πολιτική της «Ισχυρής Ελλάδας», που περιλαμβάνει την ενίσχυση της άμυνας χωρίς υποθήκευση του μέλλοντος, την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με αυτοπεποίθηση και τη διασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης. Αναφέρθηκε επίσης στη σημασία των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και του πολιτικού διαλόγου.
Διευκρίνισε ότι δεν τίθεται ζήτημα διαπραγμάτευσης για τα κυριαρχικά δικαιώματα και πως η συγκεκριμένη NAVTEX δεν έχει κανένα έρεισμα. Παράλληλα, επισήμανε ότι ο διάλογος με την Τουρκία πρέπει να γίνεται με τους όρους που έχει θέσει η Ελλάδα.
Ολοκληρώνοντας, υπογράμμισε πως η κυβέρνηση έχει ασκήσει πλήθος κυριαρχικών δικαιωμάτων, κατακτώντας κατοχυρωμένα θαλάσσια οικόπεδα και Οικονομικές Ζώνες, διαψεύδοντας έτσι τους ισχυρισμούς των πολιτικών αντιπάλων.
Εργασιακή ασφάλεια και βιομηχανικά ατυχήματα
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με αναφορά στην τραγωδία στη βιομηχανία «Βιολάντα». Ο κ. Κοντογεώργης σημείωσε ότι, σύμφωνα με το πόρισμα, τέσσερις υπηρεσίες (Περιφέρεια, Επιθεώρηση Εργασίας, Πολεοδομία και Πυροσβεστική) εμπλέκονται στη λειτουργία της επιχείρησης.
Υπενθύμισε ότι με νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης υπάρχει πλέον υποχρέωση για σχέδιο πυρόσβεσης και εντατικοποιούνται οι έλεγχοι, ενώ οι περισσότερες επιθεωρήσεις προκύπτουν από ανώνυμες καταγγελίες.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην πολιτική αντιπαράθεση που ακολούθησε το ατύχημα, καταδικάζοντας τη διασπορά fake news για τα εργατικά ατυχήματα και σημειώνοντας ότι τέτοιες πρακτικές δεν συμβάλλουν στον ουσιαστικό διάλογο.