Η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι διατήρησε την ανθεκτικότητά της στο α’ τρίμηνο του 2026, παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και τις πιέσεις που προκάλεσε η άνοδος των τιμών ενέργειας μετά το ξέσπασμα του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, σύμφωνα με την έκθεση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία».
Η έκθεση δημοσιεύεται μία ημέρα πριν από την ανακοίνωση των εθνικών λογαριασμών α’ τριμήνου από την ΕΛΣΤΑΤ, την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026.
Όπως σημειώνει η Eurobank, οι εξελίξεις στις αγορές ενέργειας οδήγησαν σε αναθεωρήσεις προβλέψεων για ανάπτυξη και πληθωρισμό σε πολλές οικονομίες, ιδιαίτερα σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, όπως η Ελλάδα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωζώνη, τα στοιχεία δείχνουν υποτονική ανάπτυξη. Στην ΕΕ-27, ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώθηκε στο 0,2% σε τριμηνιαία βάση και στο 1% σε ετήσια βάση. Στην ευρωζώνη, η ανάπτυξη ήταν ακόμη πιο αδύναμη, στο 0,1% σε τριμηνιαία βάση και στο 0,8% σε ετήσια βάση.
Για την Ελλάδα, οι δείκτες υψηλής συχνότητας δείχνουν μικτή εικόνα, αλλά με βασικά σημεία στήριξης. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 3% σε τριμηνιαία βάση και 5,2% σε ετήσια βάση, στοιχείο που, σύμφωνα με την Eurobank, δείχνει θετική συμβολή της βιομηχανίας στην ανάπτυξη.
Στήριξη από κατανάλωση και μεταποίηση, πιέσεις σε απασχόληση και εξαγωγές
Θετική ήταν και η εικόνα στο λιανικό εμπόριο. Ο δείκτης όγκου αυξήθηκε κατά 1,9% σε τριμηνιαία βάση και 3,6% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που αποτελεί ένδειξη στήριξης της ιδιωτικής κατανάλωσης, κυρίως στο σκέλος των αγαθών.
Ωστόσο, η Eurobank προειδοποιεί ότι η άνοδος του πληθωρισμού τον Απρίλιο και τον Μάιο, σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, δημιουργεί κινδύνους για τα επόμενα τρίμηνα.
Λιγότερο ευνοϊκή ήταν η εικόνα στην απασχόληση και στις εξαγωγές. Ο αριθμός των απασχολουμένων μειώθηκε κατά 0,4% σε τριμηνιαία βάση, καταγράφοντας την πρώτη υποχώρηση από το γ’ τρίμηνο του 2024. Παράλληλα, οι εξαγωγές αγαθών σε σταθερές τιμές επιβραδύνθηκαν στο 1,5%, από 8,1% το προηγούμενο τρίμηνο.
Στους δείκτες κλίματος, ο PMI μεταποίησης παρέμεινε πάνω από το όριο των 50 μονάδων για 13ο συνεχόμενο τρίμηνο, φτάνοντας τις 54,4 μονάδες. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος στις 106,5 μονάδες, υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του.
Πτώση καταναλωτικής εμπιστοσύνης, αλλά αντοχές στην οικονομία
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκε για τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο, υποχωρώντας στις -50,7 μονάδες, που αποτελεί χαμηλό 13 τριμήνων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις πληθωριστικές πιέσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στον Περσικό Κόλπο.
Η Eurobank επισημαίνει ότι η αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η ακριβέστερη αποτύπωση των πραγματικών εισοδημάτων μπορούν να ενισχύσουν τη στόχευση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στα νοικοκυριά.
Συνολικά, σύμφωνα με την έκθεση, οι διαθέσιμοι δείκτες για το α’ τρίμηνο δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία παρέμεινε ανθεκτική, στηριζόμενη στη βιομηχανία, στο λιανικό εμπόριο και στη μεταποίηση. Ωστόσο, η επιβράδυνση της απασχόλησης και των εξαγωγών, μαζί με την πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, δείχνουν ότι οι κίνδυνοι για τη συνέχεια παραμένουν.