Καθαρά κέρδη ύψους 4,7 δισ. ευρώ σημείωσαν το 2025 οι ελληνικές τράπεζες, αισθητά αυξημένα από τα 4,2 δισ. ευρώ του 2024, με «όχημα» την ενίσχυση της διαφοροποίησης των πηγών εσόδων και κατ’ επέκταση την απεξάρτηση από τις τοκοφόρες εργασίες, σε συνδυασμό με τη μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.
Μάλιστα, η κεφαλαιακή επάρκεια και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου βελτιώθηκαν κατά το έτος που μας πέρασε, δημιουργώντας μια «ασπίδα» προστασίας για τον τραπεζικό τομέα απέναντι στην αυξημένη αβεβαιότητα και τους εξωγενείς κινδύνους, υπογραμμίζει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα, οι τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν τα καθαρά έσοδα από προμήθειες κατά 12,3% το 2025, με οδηγούς τα έσοδα από τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, τις προμήθειες δανεισμού και τις λοιπές προμήθειες.
Η κεφαλαιακή επάρκεια παρέμεινε σε ικανοποιητικό επίπεδο, με τον Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση να μειώνεται περαιτέρω στο 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024, ενώ ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2024.
Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων ενισχύθηκε, καθώς ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024.
Κεντρικό ρόλο στην πορεία αυτή έπαιξε η ισχυρή πιστωτική επέκταση, σε συνδυασμό με τη γενικότερη μείωση των «κόκκινων» δανείων.
Αξίζει να σημειωθεί πως το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση.
Τα «κλειδιά» για ισχυρή κερδοφορία και το 2026
Η έκθεση της ΤτΕ υπογραμμίζει πως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο προκειμένου να διασφαλιστεί η κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος και στο μέλλον.
Αρχικά, σημείο-κλειδί αποτελεί η επίτευξη των στόχων που έχουν θέσει οι διοικήσεις των τραπεζών σχετικά με τις νέες εκταμιεύσεις δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά, οι οποίες μήνα με τον μήνα ενισχύονται.
Παράλληλα, παραμένει σημαντική η περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εσόδων μέσω στρατηγικών εξαγορών, όπως και η ενίσχυση του αποτυπώματος των τραπεζών και εκτός συνόρων, μέσα από διεθνείς δραστηριότητες.
Όσον αφορά τις προοπτικές για την κεφαλαιακή επάρκεια, μερικοί από τους παράγοντες που θα την επηρεάσουν, σύμφωνα με την ΤτΕ είναι η διατήρηση της ικανότητας εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου και επιτάχυνσης της απόσβεσης των DTC, όπως και η υλοποίηση εταιρικών ενεργειών που ενισχύουν την κεφαλαιακή επάρκεια (π.χ. συνθετικές τιτλοποιήσεις) και η ικανότητα έκδοσης κεφαλαιακών μέσων (Additional Tier 1, Tier 2).
Ακόμη, σημαντικοί παράγοντες παραμένουν η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και η συνακόλουθη επίδρασή της στο σταθμισμένο για τον κίνδυνο ενεργητικό και η πολιτική διανομής κερδών.
Από την άλλη, η ΤτΕ υπογραμμίζει στην έκθεσή της και μερικά «μελανά» σημεία, στα οποία οι τράπεζες οφείλουν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή.
Αρχικά, η γεωπολιτική αστάθεια που διανύουμε μπορεί για την ώρα να κρίνεται ελεγχόμενη, ωστόσο δεν αποκλείεται να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση για νέα δάνεια ή ακόμη και τον πιστωτικό κίνδυνο.
Κατ΄επέκταση, η χρηματοοικονομική κατάσταση ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων που δύναται να επηρεάσει το κόστος πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών δεν πρέπει να περάσει στα «ψιλά» γράμματα.
Γενικότερα, η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών και την επίτευξη των στόχων τους για πιστωτική επέκταση.
Συνεπώς, η έκθεση καταλήγει πως η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος οφείλει να παραμείνει στρατηγική προτεραιότητα για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.