Στην κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμπονται τα βαριά πρόστιμα που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για τη μη διαβίβαση στα myDATA, αποδείξεων που έχουν ήδη εκδώσει, με την ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για χιλιάδες φορολογούμενους.
Σημαντική επίσης είναι η απόφαση και για την ΑΑΔΕ, καθώς με το υφιστάμενο σύστημα βεβαιώνονται και εισπράττονται χιλιάδες πρόστιμα, ενώ συγχρόνως ασκείται πίεση στους υπόχρεους να τηρούν τη σχετική υποχρέωση.
Η υπόθεση αφορά την υποχρέωση των φορολογουμένων που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία, όπως για κάθε συναλλαγή να εκδίδουν απόδειξη, την οποία παράλληλα υποχρεούνται να τη διαβιβάζουν και στην πλατφόρμα e-send της ΑΑΔΕ.
Στην περίπτωση, που εκδοθεί απόδειξη (είτε έχει εισπραχθεί το τίμημα με μετρητά είτε ηλεκτρονικά μέσω POS), θα πρέπει να αποσταλεί και στο my DATA.
Αν εκδοθεί η απόδειξη, που σημαίνει πως δεν διαπράχθηκε φοροδιαφυγή, αλλά δεν διαβιβαστεί στην ΑΑΔΕ, στον υπόχρεο επιβάλλονται οι ίδιες κυρώσεις που προβλέπονται και για τις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εκδόθηκαν αποδείξεις.
Πως οδηγήθηκε η υπόθεση στο ΣτΕ
Ήδη έχουν προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εκατοντάδες επιχειρήσεις, στις οποίες έχουν επιβληθεί τα εν λόγω πρόστιμα, ενώ στη συνέχεια προσφεύγουν και στα διοικητικά δικαστήρια.
Μια εκ των προσφυγών υποβλήθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού μελέτησε την υπόθεση, με την απόφαση (ΔΠΘ 746/2026) που δημοσιεύθηκε στις 16 Απριλίου, δεν έδωσε οριστική λύση, αλλά παρέπεμψε το ζήτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Αφού εκδώσει επ’ αυτού το ΣτΕ, η απόφαση θα επανέλθει στο ΔΠΘ, για οριστική κρίση.
Τονίζεται πώς η κρίση του ΣτΕ και του ΔΠΘ, δεν αφορά μόνο τον συγκεκριμένο επιχειρηματία που προσέφυγε, αλλά χιλιάδες επιχειρήσεις, καθώς οι αποφάσεις του του Ανωτάτου Δικαστηρίου δημιουργούν δεδικασμένο και έχουν ευρύτερη σημασία.
Άλλωστε εκκρεμούν πολλές παρόμοιες προσφυγές στα διοικητικά δικαστήρια και αν το ΣτΕ κρίνει τη διάταξη αντισυνταγματική, μπορεί να ακυρωθούν ή να μειωθούν μαζικά πρόστιμα για τις υποθέσεις μη διαβίβασης στοιχείων στην ΑΑΔΕ.
Η υπόθεση αφορά επιχείρηση της Θεσσαλονίκης στην οποία επιβλήθηκαν αθροιστικά πρόστιμα ποσού 45.981 ευρώ, λόγω μη διαβίβασης στην πλατφόρμα της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, πάνω από 130.000 αποδείξεων λιανικής τα έτη 2022, 2023 και 2024, κατόπιν διαπιστώσεων του φορολογικού ελέγχου που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2024.
Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν βάσει του άρθρου 54Η του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που προβλέπει πρόστιμο ίσο με 50% του ΦΠΑ κάθε μη διαβιβασθέν στοιχείο.
Ο προσφεύγων δεν αρνήθηκε τη μη διαβίβαση, αλλά αμφισβήτησε τη βαρύτητα των προστίμων, καθώς όπως υποστηρίζει πρόκειται για τυπική παράβαση (διαδικαστική), δεν αποδείχθηκε φοροδιαφυγή ή απώλεια εσόδων για το Δημόσιο και ότι το πρόστιμο είναι το ίδιο με αυτό που επιβάλλεται για μη έκδοση αποδείξεων.
Προσθέτει δε, ότι η Πολιτεία εξισώνει τη μη διαβίβαση στοιχείων με την πραγματική φοροδιαφυγή, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας.
Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου
Από την απόφαση του ΔΠΘ ανακύπτει ο προβληματισμός σχετικά με το αν είναι συνταγματικά ανεκτό να επιβάλλεται πρόστιμο 50% του ΦΠΑ για κάθε απόφαση που εκδίδεται, αλλά δεν διαβιβάζεται, ακόμη και όταν δεν υπάρχει φοροδιαφυγή, αλλά μόνο για παράβαση της υποχρέωσης διαβίβασης.
Επίσης, το πρόστιμο συνδέεται με το ύψος του ΦΠΑ (όπως στη φοροδιαφυγή), αλλά επιβάλλεται χωρίς να απαιτείται ζημία του Δημοσίου.
Πάντως το Δικαστήριο σημείωσε ότι ήδη υπάρχουν αποφάσεις άλλων πρωτοδικείων που έκριναν το μέτρο συνταγματικό, θεωρώντας ότι συμβάλλει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και πως, δεν είναι προδήλως δυσανάλογο.
Ωστόσο το ΔΠΘ εμφανίζεται επιφυλακτικό, για την έκδοση απόφασης επισημαίνοντας ότι η κύρωση δεν συνδέεται με πραγματική απώλεια φόρου για το δημόσιο.
Στο πλαίσιο των προβληματισμών αυτών, αντί να αποφανθεί ανέβαλε την έκδοση απόφασης και υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με το ερώτημα, εάν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η επιβολή προστίμου 50% του ΦΠΑ για μη διαβίβαση στοιχείων, ανεξάρτητα από ύπαρξη φοροδιαφυγής.
Εξυπακούεται ότι, η απόφαση του ΣτΕ, έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ποιες είναι οι κυρώσεις
Σχετικά με την έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει, ότι αν η επιχείρηση, εκδώσει κανονικά μια νόμιμη απόδειξη για πώληση αγαθών, αλλά δεν την διαβιβάσει στο myDATA, θα της επιβληθούν οι ποινές, σαν αν μην εκδόθηκε η απόδειξη.
Αναλυτικότερα, εφόσον από τον ίδιο μερικό επιτόπιο φορολογικό έλεγχο διαπιστώνεται πως δεν έχουν εκδοθεί ή δεν έχουν διαβιβασθεί συνόψεις εκδοθέντων παραστατικών εσόδων λιανικής στην ψηφιακή πλατφόρμα «MyData» μέσω του πληροφοριακού συστήματος Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών (Φ.Η.Μ.) της Α.Α.Δ.Ε., επιβάλλονται στους παραβάτες οι παρακάτω κυρώσεις:
- Όταν τα μη διαβιβασθέντα στοιχεία αφορούν πράξεις που επιβαρύνονται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του ποσού του Φ.Π.Α. των μη διαβιβασθέντων στοιχείων, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 250 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Για κάθε μη εκδοθέν ή μη διαβιβασθέν στοιχείο που αφορά πράξη που δεν επιβαρύνεται με Φ.Π.Α., επιβάλλεται πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο σε υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και 1.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε περίπτωση υποτροπής, τα ανωτέρω πρόστιμα διπλασιάζονται.