Αύξηση του πληθωρισμού και επιβράδυνση της ανάπτυξης λόγω της διεθνούς αστάθειας και της νέας ενεργειακής κρίσης προβλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στην Τριμηνιαία Έκθεσή του για την Οικονομία (Μάρτιος 2026).
Σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του περασμένου Δεκεμβρίου, το Γραφείο σημειώνει ότι, μετά τα μέτρα στήριξης που τίθενται σε ισχύ από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η υστέρηση ανάπτυξης για φέτος περιορίζεται σε 0,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο στο βασικό όσο και στο δυσμενές σενάριο.
Παρουσιάζοντας την Έκθεση, ο επικεφαλής του Γραφείου, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, υπογράμμισε την ανάγκη για μέτρα παρακολούθησης και ελέγχου των τιμών, ακόμη και με χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης, προκειμένου να αποτραπούν φαινόμενα αισχροκέρδειας. Όπως τόνισε, «η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους αποτελεί απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση» για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας.
Θετικές εξελίξεις στην οικονομία
Η Έκθεση επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει ανθεκτικές επιδόσεις, παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025 και 2,4% το τέταρτο τρίμηνο, έναντι 1,4% στην Ευρωζώνη. Την επίδοση αυτή ενίσχυσαν η ιδιωτική κατανάλωση (+2,5%), οι εξαγωγές (+2,7%) και οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (+8,9%).
Στην αγορά εργασίας, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,4% το δ' τρίμηνο 2025, από 9,6% ένα χρόνο πριν. Η ανεργία στους νέους 15-29 ετών υποχώρησε στο 15,2% από 18,6%, ενώ οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4,37 εκατ., αυξημένοι κατά 73.000 σε ετήσια βάση.
Όσον αφορά τις δημοσιονομικές επιδόσεις, το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 ανήλθε σε πλεόνασμα 12,67 δισ. ευρώ (5,1% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 1,24 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Το Γραφείο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα σε ESA-λογιστική βάση θα διαμορφωθεί στο 4,5% του ΑΕΠ, υψηλότερα από την πρόβλεψη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (3,7%).
Αρνητικές προοπτικές και πληθωριστικές πιέσεις
Υπό το βάρος της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2026 αναθεωρείται οριακά προς τα κάτω στο 2,0%, με εύρος πρόβλεψης 1,7%-2,4%. Οι προβλέψεις ενσωματώνουν τα μέτρα στήριξης ύψους 300 εκατ. ευρώ και την υπόθεση διατήρησης της τιμής πετρελαίου Brent στα 90 δολάρια ανά βαρέλι. Ενδεχόμενη αύξηση στα 100 δολάρια και αυστηρότερη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την ανάπτυξη.
Ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,1% τον Φεβρουάριο 2026, έναντι 1,9% στην Ευρωζώνη. Όπως ανέφερε ο κ. Τσουκαλάς, «ο κίνδυνος φυσικά είναι μόνο προς τα πάνω». Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα και συνδέεται με το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, που μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, αλλά παραμένει υψηλό.
Το Γραφείο θεωρεί επιβεβλημένη την αξιοποίηση ψηφιακής τεχνολογίας και μεθόδων μηχανικής μάθησης για την εποπτεία των τιμών σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, ώστε να αποτραπούν αδικαιολόγητες αυξήσεις.
Κίνδυνοι από την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή
Η Έκθεση προειδοποιεί ότι η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει την ευπάθεια χωρών με υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Η Ελλάδα, ως η πιο επιβαρυμένη οικονομία της Ευρωζώνης, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στη διεύρυνση των spreads και στην άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Το Γραφείο τονίζει για τρίτη διαδοχική φορά ότι η σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους πρέπει να παραμείνει κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής, για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών και τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης.
Χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Η Έκθεση περιλαμβάνει ειδική μελέτη για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, με έμφαση στις μικρομεσαίες. Με βάση στοιχεία της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Γραφείο διαπιστώνει ότι, παρά τη σύγκλιση του κόστους δανεισμού με τις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανείων και οι δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων παραμένουν υψηλότερα στην Ελλάδα.
Οι βασικοί λόγοι είναι το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, η ασθενής κεφαλαιακή βάση, το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και η περιορισμένη διάθεση των τραπεζών για ανάληψη κινδύνου. Το Γραφείο εισηγείται την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, ως κρίσιμες παρεμβάσεις για τη στήριξη των επενδύσεων και της παραγωγικότητας, ιδίως για καινοτόμες επιχειρήσεις.