Η αναπτυξιακή υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης συνεχίστηκε και το 2025, αν και με ηπιότερο ρυθμό σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα του Τάσου Αναστασάτου, Eurobank Chief Economist.
Για το 2026, ο επικεφαλής αναλυτής της Eurobank επισημαίνει ότι η πολεμική σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή ενδέχεται να προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, εφόσον επεκταθεί χωρικά και χρονικά, επηρεάζοντας αρνητικά τις οικονομικές προοπτικές.
Ο κ. Αναστασάτος σημειώνει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) λειτουργεί ως αντικυκλικό εργαλείο, προσφέροντας αντιστάθμιση στην αστάθεια του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η επιτάχυνση των δράσεων για τη μεγιστοποίηση της απορρόφησης των πόρων του ΤΑΑ θα στηρίξει τη ζήτηση κατά το τρέχον έτος.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης, όπως συνέβη μέχρι σήμερα, αλλά απαιτείται ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας. Όπως τονίζει, το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο επενδυτικό περιβάλλον.
Στόχος, σύμφωνα με τον κ. Αναστασάτο, είναι ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού υποδείγματος προς την ενσωμάτωση περισσότερης γνώσης και καινοτομίας στο ελληνικό προϊοντικό μείγμα, ενισχύοντας έτσι τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.
Αναφορικά με το ΑΕΠ του 2025, ο ίδιος ανέφερε ότι η ελληνική οικονομία κατέγραψε το τέταρτο τρίμηνο πραγματική αύξηση κατά 2,4% σε ετήσια βάση (0,8% σε τριμηνιαία), οδηγώντας σε συνολική ετήσια ανάπτυξη 2,1%, υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,4% ΥοΥ). Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν ταυτόσημο με την πρόβλεψη της Eurobank (2,0%), ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ στο τέλος του έτους ανήλθε στα 248,4 δισ. ευρώ.
Σε πραγματικούς όρους, το ελληνικό ΑΕΠ έχει ανακτήσει το 48,7% των απωλειών που προκάλεσε η κρίση χρέους, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή αλλά σταθερή ανάκαμψη της οικονομίας.