Σχεδόν διπλάσιοι από τους αγοραστές εμφανίζονται πλέον οι πωλητές ακινήτων στην Ελλάδα, σύμφωνα με την 5η έρευνα «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που διεξήγαγε η Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό ιστολογίου επενδύσεων και ακινήτων του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη.
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η διαφορά τιμής 25% έως 30% μεταξύ νεόδμητου και παλαιού ακινήτου αποτελεί το σημείο καμπής για τους αγοραστές. Ειδικότερα, όταν η τιμή του παλαιού είναι 30% χαμηλότερη από το νεόδμητο, το 56% των υποψήφιων αγοραστών το προτιμά, ενώ το 38% επιλέγει το νεόδμητο.
Στα ευρήματα της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.500 ατόμων σε Θεσσαλονίκη και Αττική και παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», αναλύθηκε ότι η υπεροχή των πωλητών οφείλεται και στη μείωση του ενδιαφέροντος για άμεση αγορά. Το ποσοστό όσων δηλώνουν αγοραστές υποχώρησε από 23% σε 19%, ενώ μόλις το 4,37% σχεδιάζει αγορά εντός 12 μηνών. Οι πωλητές παραμένουν στο 8%, καθιστώντας τους σχεδόν διπλάσιους από τους ενεργούς αγοραστές.
Παράλληλα, το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει έντονο, με το 89% των πολιτών να το χαρακτηρίζει «αρκετά» ή «πολύ μεγάλο». Επιπλέον, το 17% των ερωτηθέντων διαθέτει κλειστό ακίνητο. Οι βασικοί λόγοι για να το διαθέσουν στην αγορά είναι η μείωση φορολογίας (65%), η επιδότηση ενεργειακής αναβάθμισης (64%) και τα μέτρα προστασίας ιδιοκτητών (62%).
Σχετικά με το πρόγραμμα «Το Σπίτι μου, 2», το 77% των πολιτών θεωρεί ότι οδήγησε σε άνοδο τιμών πώλησης κατοικιών, ενώ το 82% εκτιμά ότι προκάλεσε αύξηση και στα ενοίκια. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τη συνεχιζόμενη πίεση στην ελληνική αγορά ακινήτων, τόσο για τους αγοραστές όσο και για τους ενοικιαστές.