Τα διαζύγια δεν αλλάζουν μόνο τις ζωές των ανθρώπων, αλλάζουν την αγορά ακινήτων και τον χάρτη της στέγασης και μαζί τις τιμές των ακινήτων.
Και δεν ειναι μόνο τα διαζύγια.
Η δομή και οι ανάγκες των ελληνικών νοικοκυριών αλλάζουν ραγδαία τα τελευταία χρόνια, με την αγορά ακινήτων να μην έχει προλάβει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη, την ίδια στιγμή που η ζήτηση τροφοδοτείται από πληθώρα συνθηκών, όπως σπουδές, ανεξαρτησία και εργασία.
Οι νέοι προσπαθούν να φύγουν νωρίτερα από το σπίτι των γονιών τους χωρίς όμως να έχουν άμεσες βλέψεις για συγκατοίκηση, γάμο ή τη δημιουργία οικογένειας, ενώ παράλληλα η άνοδος των διαζυγίων «σπάει» τον πληθυσμό σε περισσότερα νοικοκυριά, τροφοδοτώντας την ανάγκη για στέγη.
Κάθε χωρισμός σημαίνει πρακτικά ένα σπίτι που γίνεται δύο, τροφοδοτώντας μια ζήτηση που ήδη πιέζεται από τους νέους που φεύγουν νωρίτερα από το πατρικό αναζητώντας ανεξαρτησία.
Και η αύξηση των διαζυγίων είναι μία από τις αιτίες στις οποίες αποδίδεται η άνοδος των τιμών των ακινήτων τα τελευταία χρόνια: όσο τα νοικοκυριά πολλαπλασιάζονται, η αγορά ακινήτων συνεχίζει να κινείται με χαμηλές ταχύτητες, με περιορισμένη προσφορά - ειδικά ποιοτικών, μικρών κατοικιών στα μεγάλα αστικά κέντρα - και τις τιμές να ανεβαίνουν με ένταση.
Γιατί αυξάνεται διαρκώς η ζήτηση για κατοικία
Όπως σημείωσε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κατά την παρουσίαση της νέας μελέτης για λογαριασμό της διαΝΕΟσις στους δημοσιογράφους, παρόλο που ο πληθυσμός της χώρας μειώνεται επικίνδυνα, σε καμία περίπτωση δεν εξισορροπεί την έλλειψη προσφοράς κατοικιών που οφείλεται στο κατασκευαστικό «κενό» της περιόδου 2010-2018.
Μεγάλος αριθμός πολιτών συνεχίζει να συγκεντρώνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου άλλωστε παρουσιάζεται και πιο έντονα το πρόβλημα, ενώ παράλληλα ο αριθμός των ανεξάρτητων νοικοκυριών ακολουθεί αυξητική πορεία.
Η κουλτούρα των νέων αλλάζει και πλέον προσπαθούν να φύγουν νωρίτερα από το σπίτι των γονιών τους, χωρίς όμως να παντρεύονται νωρίς ή να δημιουργούν οικογένεια.
Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός ατόμων που θέλουν να μένουν μόνοι τους έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η αύξηση των διαζυγίων, η οποία δημιουργεί περισσότερα νοικοκυριά τροφοδοτώντας την ανάγκη για στέγη, ενώ η ζήτηση από τους φοιτητές είναι και αυτή αυξημένη στις πόλεις με πανεπιστήμια, οι οποίες στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από έλλειψη φοιτητικής στέγης.
Αυτό οδηγεί τα μικρότερα και σύγχρονα σπίτια να βρίσκονται στο «μάτι» του κυκλώνα της ακρίβειας, αφού προσελκύουν τη μεγαλύτερη ζήτηση.
Περιορισμένο οικιστικό απόθεμα
Η «βουτιά» που έκανε η ελληνική οικονομία από το 2008 αναπόφευκτα επηρέασε και τη στέγη: Οι επενδύσεις στις κατασκευές άγγιξαν το ρεκόρ των 60 δισ. ευρώ το 2007, εκ των οποίων περίπου τα 40 δισ. αφορούσαν τον κλάδο της κατοικίας.
Ωστόσο, μέσα στην κρίση αυτές οι επενδύσεις περιορίστηκαν στις απολύτως αναγκαίες και έγιναν σχεδόν ανύπαρκτες, δημιουργώντας ένα κατασκευαστικό κενό που είναι αισθητό ακόμη και σήμερα.
Το πρόβλημα αυτό επιβεβαιώνεται και από τη Eurostat, σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα κατασκευάζεται μόλις μια νέα κατοικία ανά 1.000 κατοίκους, το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρχε μηδενική μέριμνα για κοινωνικές κατοικίες, γεγονός που αναμένεται να ανατραπεί με τη θέσπιση της Κοινωνικής Αντιπαροχής.
Σύμφωνα με μελέτη της Prosperty, η κατάσταση αυτή δημιούργησε ένα γερασμένο στοκ ακινήτων, με πάνω από το 60% των κτιρίων της χώρας να είναι άνω των 30 ετών, ενώ περίπου το 40% επί του συνόλου είναι χτισμένα τις δεκαετίες του 1970 και 1980, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε κάποια μεγάλη ανακαίνιση έκτοτε. Μόλις το το 22,7% είναι χτισμένα από το 2020 και έπειτα.
Η μάστιγα των κλειστών κατοικιών
Ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας επιρροής των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων είναι τα κενά ακίνητα, τα οποία υπολογίζονται κοντά στις 700.000 σε όλη την Περιφέρεια. Μάλιστα, πολλά από αυτά τα ακίνητα εμφανίζονται αποσπασματικά στο Κτηματολόγιο, στο Ε9 ή σε αρχεία υπηρεσιών, ενώ για μεγάλο αριθμό εξ αυτών δεν υφίσταται καν ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Ως αποτέλεσμα, η πλειοψηφία της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου δεν είναι πλήρως καταγεγραμμένη και έτσι παραμένει αδρανής και χωρίς δυνατότητα αξιοποίησης.
Την κατάσταση αυτή εντείνουν και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία διογκώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και ως αποτέλεσμα χιλιάδες οικιστικά ακίνητα βρέθηκαν στα χέρια των τραπεζών και αργότερα των servicers.
Σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις, η θεμιτή διαχείριση των «κόκκινων» ακινήτων που βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης, δηλαδή είτε σε διαδικασία εξυπηρέτησης του δανεισμού είτε σε διαδικασία πλειστηριασμού, θα μπορούσε να είχε θετικό πρόσημο τόσο για τους ήδη δανειζόμενους, ώστε να μην χάσουν την πρώτη κατοικία τους, όσο και για εκείνους που αναζητούν νέα στέγη, μέσω της αύξησης της προσφοράς κατοικιών.
Πίεση και λόγο AirBnB
Η αυξανόμενη απορρόφηση κατοικιών για βραχυχρόνιες μισθώσεις, το AirBnB επηρεάζει και αυτή τις τιμές προς τα πάνω, καθώς αφαιρεί αρκετές κατοικίες και διαμερίσματα από τη μακροχρόνια αγορά, ειδικά σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα.
Η πίεση της προσφοράς αυξάνει τόσο τα ενοίκια, μια και το κόστος ευκαιρίας των ιδιοκτητών επίσης αυξάνεται, αλλά και τις τιμές πώλησης, αφού ιδιώτες και εταιρείες μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν τη στέγαση ως επενδυτικό προϊόν.