Μια νέα μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Psychiatry καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ της χρήσης αντικαταθλιπτικών κατά την εγκυμοσύνη και του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης νευροαναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά, όπως ο αυτισμός και η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).
Η ανάλυση βασίστηκε σε 37 μελέτες που αφορούσαν περισσότερες από 600.000 εγκύους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά και σχεδόν 25 εκατομμύρια εγκυμοσύνες χωρίς χρήση τέτοιων φαρμάκων. Αρχικά εντοπίστηκε συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση αντικαταθλιπτικών και την εμφάνιση αυτισμού ή ΔΕΠΥ, ωστόσο αυτή μειώθηκε σημαντικά όταν συνεκτιμήθηκαν επιπλέον παράγοντες κινδύνου.
Παρόμοια συσχέτιση παρατηρήθηκε και σε περιπτώσεις όπου οι μητέρες λάμβαναν αντικαταθλιπτικά πριν από τη σύλληψη ή όταν οι πατέρες τα χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της συντρόφου τους. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος πιθανότατα σχετίζεται με άλλους παράγοντες, όπως η γενετική προδιάθεση για ψυχικές παθήσεις ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές, και όχι με την ίδια τη φαρμακευτική αγωγή.
Ειδικά ευρήματα για τις κατηγορίες φαρμάκων
Στις μελέτες που επικεντρώθηκαν σε μητέρες με ψυχικές διαταραχές, τα αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης) δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο. Αντίθετα, τα φάρμακα αμιτριπτυλίνη και νορτριπτυλίνη παρέμειναν συσχετισμένα με υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ΔΕΠΥ και αυτισμού.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα δύο αυτά φάρμακα χρησιμοποιούνται συνήθως ως δεύτερη ή τρίτη επιλογή θεραπείας για την κατάθλιψη και συχνά σε περιπτώσεις ανθεκτικής ή σοβαρής μορφής της νόσου. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες που τα λαμβάνουν είναι πιθανό να αντιμετωπίζουν πιο σύνθετες ψυχικές διαταραχές, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει τη συσχέτιση μεταξύ φαρμάκων και κινδύνου. Επίσης, δεν βρέθηκε διαφορά στον κίνδυνο ανάμεσα σε υψηλές και χαμηλές δόσεις αντικαταθλιπτικών.
Ισορροπία κινδύνων και οφελών
Σύμφωνα με τους ερευνητές, για τις εγκύους που πάσχουν από μέτρια έως σοβαρή κατάθλιψη, είναι κρίσιμο οι γιατροί και οι ασθενείς να σταθμίζουν προσεκτικά τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους της συνέχισης της αντικαταθλιπτικής αγωγής. Η διακοπή της θεραπείας ενδέχεται να οδηγήσει σε υποτροπή της κατάθλιψης, γεγονός που μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί.
Παράλληλα, τονίζεται η σημασία της υποστήριξης της ψυχικής υγείας και των δύο γονέων, καθώς αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη σωστή νευροανάπτυξη του παιδιού.
Περιορισμοί της έρευνας
Οι συγγραφείς της μελέτης αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς, όπως την έλλειψη δεδομένων σχετικά με κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, παράγοντες τρόπου ζωής και το χαμηλό βάρος γέννησης. Επίσης, ο αριθμός των μελετών που εξέτασαν τη χρήση αντικαταθλιπτικών ανά τρίμηνο ή τις μεταβολές στη δοσολογία ήταν περιορισμένος, κάτι που δυσχεραίνει την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων.
Η πλήρης επιστημονική δημοσίευση είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: The Lancet Psychiatry.