«... στα στήθια του ακούει ο ποιητής μια μουσική αηδονιών, σαν ίχνος των ψιθυρισμάτων· πουλιών που κελαϊδούσανε μια φορά στο πατρικό του περιβόλι. Οι μελωδίες υψώνουνται, κυματίζουν, η ορμή τους μοιάζει τον αιώνιο χτύπο της θάλασσας πάνω στους βράχους της Πατρίδος του. Λεφτή στον ήχο, σαν κύμα δυνατή, η μουσική γίνεται ηρωικός ύμνος...».
Ο πανεπιστημιακός Φιλίππο Μαρία Ποντάνι, Ιταλός νεοελληνιστής και κλασικός φιλόλογος, υπογράφει αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο «Ένας μεγάλος Έλλην ποιητής που απέθανε», στην κυριακάτικη έκδοση του ιταλικού εντύπου «Κουαδρίβιο» στις 10 Μαρτίου 1943.
Ο Παλαμάς είχε φύγει από τη ζωή στις 27 Φεβρουαρίου, δέκα ημέρες νωρίτερα. Η ελληνόγλωσση εβδομαδιαία έκδοση της ιταλικής «ΤΙΒΕΡΙΣ», αφιερωμένη στην «ιταλο-ελληνική συνεργασία», δεν πρόλαβε να καλύψει την ιστορική κηδεία του, που εξελίχθηκε σε πάνδημο συλλαλητήριο ελευθερίας μέσα στην Κατοχή.
Το άρθρο του Ποντάνι ξεχωρίζει μέσα στο προπαγανδιστικό περιβάλλον του περιοδικού, το οποίο φιλοξενούσε φασίζοντα και ρατσιστικά δημοσιεύματα. Ο ίδιος, ωστόσο, αναγνωρίζει το μεγαλείο του Έλληνα δημιουργού: «Για τους χαρακτήρες του ποιητικού κόσμου και την υψηλότητα των έργων του, ο Παλαμάς ήταν ο ποιητής στον οποίον όλοι οι αληθινοί Έλληνες είχαν γνωρίσει κάτι από την ψυχήν τους… Δάσκαλος ήτανε και Σοφός και Ιερέας».
Η αντίστροφη μέτρηση
Από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1943, οι λογοτεχνικοί κύκλοι ανησυχούν για την υγεία του 84χρονου Παλαμά. Οι Ξενόπουλος, Μαλακάσης, Καρκαβίτσας, Παπαντωνίου, Πορφύρας και Νιρβάνας ανταλλάσσουν πληροφορίες για την πορεία της ασθένειάς του. Η βαριά γρίπη, σε συνδυασμό με την ηλικία, τον εξαντλεί. Στο παραλήρημά του ζητά τη γυναίκα του, Μαρία Βάλβη, που όμως είχε φύγει από τη ζωή λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου, γεγονός που η οικογένεια απέκρυψε για να τον προστατεύσει.
Η είδηση του θανάτου του συγκλονίζει την Κατοχική Ελλάδα. Οι εφημερίδες «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» και «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» αποχαιρετούν τον ποιητή με λόγια βαθιάς συγκίνησης, χαρακτηρίζοντάς τον αναπόσπαστο στοιχείο του εθνικού σώματος και σύμβολο πνευματικής αντοχής. Η Ιωάννα Τσάτσου σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός».
Η Ελλάδα μέσα στη δίνη του 1943
Το 1943 είναι χρονιά καμπής για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εξελίξεις στα μέτωπα, οι επιδρομές και οι εκτελέσεις στην Ελλάδα επιτείνουν το σκοτάδι της Κατοχής. Ο Παλαμάς, βαθιά συνδεδεμένος με την εθνική μοίρα, μετατρέπει την τέχνη του σε όπλο αντίστασης και ελπίδας. Η ποίησή του, γεμάτη λυρισμό, αντλεί έμπνευση από την ελληνική παράδοση, τη φύση και τους αρχαίους μύθους, φωτίζοντας το σκοτάδι των καιρών.
Η κοινωνική ανισότητα και η οικονομική πίεση των αρχών του 20ού αιώνα βρίσκουν αντανάκλαση στο έργο του. Με το «Δωδεκάλογο του Γύφτου» (1907), ο Παλαμάς προβάλλει την ανάγκη αναγέννησης, τονίζοντας ότι η ποίηση είναι ο «λόγος που πάει να γίνει τραγούδι».
Ο ποιητής και ο άνθρωπος
Η προσωπική του ζωή σημαδεύεται από χαρές και τραγωδίες. Ο γάμος του με τη Μαρία Βάλβη και τα παιδιά τους, Ναυσικά, Λέανδρο και Άλκη, διακόπτεται από τον πρόωρο θάνατο του μικρού Άλκη, εμπνέοντας τον συγκλονιστικό «Τάφο». Από τον Παρνασσισμό περνά στον Συμβολισμό, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης και της δημιουργίας.
Η ποίησή του γίνεται καταφύγιο, πνευματικό και εθνικό. Όταν ο Παλαμάς φεύγει, το φέρετρό του θα σηκώσει όλη η Ελλάδα.
Η κηδεία – ένα έθνος σε συγκίνηση
Στις 28 Φεβρουαρίου 1943, πλήθος δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων συνοδεύει τον ποιητή στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Παρά την επιθυμία της οικογένειας να μην υπάρξουν λόγοι, η τελετή μετατρέπεται σε κορυφαία πράξη εθνικής ανάτασης. Ο Άγγελος Σικελιανός, με τη συγκλονιστική απαγγελία του, δίνει τον τόνο: «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!».
Η πομπή, υπό το βλέμμα των Γερμανών, μετατρέπεται σε ποτάμι λαού που ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Όταν ένας αξιωματικός επιχειρεί να καταθέσει στεφάνι «από το 3ο Ράιχ», ο Σικελιανός το απορρίπτει μακριά, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας.
Όπως θυμάται ο τότε φοιτητής Γιώργος Ντούμας: «Εκείνη τη μέρα ξύπνησα σκλάβος το πρωί και λεύτερος κοιμήθηκα το βράδυ».
Η παρακαταθήκη
Ο Κωστής Παλαμάς παραμένει ο ποιητής που μετουσίωσε την ελληνική ψυχή σε λόγο και τραγούδι. Η ζωή και το έργο του, βαθιά δεμένα με την ιστορική μοίρα του τόπου, εξακολουθούν να εμπνέουν πίστη, αντοχή και δημιουργία, υπενθυμίζοντας πως η ποίηση μπορεί να γίνει φωνή ενός ολόκληρου έθνους.