Η ιστορική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που επιτρέπει στον Ντόναλντ Τραμπ να απολύει στελέχη ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών, σηματοδοτεί την κορύφωση πολυετών προσπαθειών των συντηρητικών να ενισχύσουν τον έλεγχο του προέδρου επί κρίσιμων θεσμών εξουσίας, σύμφωνα με νομικούς κύκλους.
Με τη χθεσινή ετυμηγορία του, το δικαστήριο ανέτρεψε απόφαση Εφετείου που, τον Μάρτιο του 2025, είχε μπλοκάρει την απόλυση της Ρεμπέκα Σλότερ, μίας εκ των πέντε επιτρόπων της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC). Οι έξι συντηρητικοί δικαστές τάχθηκαν υπέρ της κυβέρνησης Τραμπ, ενώ οι τρεις προοδευτικοί, διορισμένοι από Δημοκρατικούς προέδρους, ψήφισαν κατά.
Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Ρεπουμπλικάνου προέδρου να απολύσει τη διοικήτρια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Λίζα Κουκ, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία της Federal Reserve.
Νομικοί αναλυτές θεωρούν ότι η απόφαση για την FTC αποτελεί ισχυρό πλήγμα στο λεγόμενο διοικητικό κράτος, δηλαδή το πλέγμα ομοσπονδιακών υπηρεσιών που ρυθμίζουν κρίσιμους τομείς, όπως τα οικονομικά, τις αερομεταφορές και τις εργασιακές σχέσεις. Μέχρι σήμερα, οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούσαν με σημαντική αυτονομία από τον προεδρικό έλεγχο.
Η θεωρία της ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας
Η απόφαση θεωρείται ορόσημο για τη θεωρία της ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας, ένα συντηρητικό δόγμα που αναδείχθηκε επί προεδρίας του Ρόναλντ Ρίγκαν τη δεκαετία του 1980. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο Αμερικανός πρόεδρος οφείλει να έχει απόλυτο έλεγχο επί της εκτελεστικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να απολύει επικεφαλής ομοσπονδιακών υπηρεσιών κατά βούληση.
Η νέα ετυμηγορία ενισχύει τις προεδρικές εξουσίες του Τραμπ σε μια περίοδο που ο Ρεπουμπλικάνος ηγέτης δοκιμάζει τα όρια της ισχύος του, τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή σκηνή.
Αντιδράσεις και ανησυχίες
Ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, Μάικλ Γκέρχαρντ, χαρακτήρισε την απόφαση «την πιο σημαντική απόφαση που επεκτείνει τις προεδρικές εξουσίες εδώ και δεκαετίες», κάνοντας λόγο για «το αποκορύφωμα ετών σχεδιασμού από συντηρητικές ομάδες». Όπως σημείωσε, «το διοικητικό κράτος συρρικνώθηκε σχεδόν στο μηδέν».
Ανάλογη άποψη εξέφρασε και ο Τζο Γιου, καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, λέγοντας ότι «η προεδρία μόλις απέκτησε τη μεγαλύτερη συνταγματική εξουσία». «Δεν υπάρχει πια ανεξάρτητο διοικητικό κράτος», εκτίμησε.
Ο Έρβιν Τσεμερίνσκι, πρύτανης της Νομικής Σχολής του ίδιου πανεπιστημίου, προειδοποίησε ότι η απόφαση θα οδηγήσει σε περαιτέρω πολιτικοποίηση των ομοσπονδιακών ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες παραδοσιακά διοικούνται από ανεξάρτητους ειδικούς. «Πιστεύω ότι πλέον έχει χαθεί η ανεξαρτησία των υπηρεσιών», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας πως «οι υπηρεσίες, όπως και τα υπουργεία, θα πρέπει να κάνουν ό,τι θέλει ο πρόεδρος».
Το πιθανό αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους ειδικούς, θα είναι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στη ρυθμιστική πολιτική ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο.
Ο Στιβ Σβιν, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, τόνισε ότι οι ΗΠΑ οδηγούνται «στην υπερπολιτικοποίηση μέχρι πρότινος ανεξάρτητων ομοσπονδιακών υπηρεσιών». Όπως επισήμανε, «ανησυχώ ότι εμείς, οι πολίτες, δεν θα κατανοήσουμε πλήρως τις επιπτώσεις» της απόφασης παρά μόνο «ύστερα από χρόνια ή δεκαετίες».