Παρά τον εντοπισμό του πρώτου κρούσματος του ιού Έμπολα στη Γαλλία, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία παραμένει «χαμηλός» σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας.
Οι γαλλικές υγειονομικές αρχές ανακοίνωσαν ότι το πρώτο κρούσμα αφορά έναν γιατρό που επέστρεψε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μεγάλη επιδημία. Ο ασθενής έχει «πολύ χαμηλό» ιικό φορτίο, σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Υγείας, το οποίο ανέφερε ότι οι επαφές του άνδρα «εντοπίζονται».
Ο γιατρός «επιβιβάστηκε σε εμπορική πτήση από την Κινσάσα ενώ ήταν σχεδόν ασυμπτωματικός - έχοντας μόνο πονοκεφάλους» και η κατάστασή του «επιδεινώθηκε ελαφρώς κατά τη διάρκεια της πτήσης» πριν λάβει άμεση ιατρική φροντίδα στο Παρίσι, όπως τόνισε το υπουργείο.
Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, ο κίνδυνος μετάδοσης του Έμπολα για τον γενικό πληθυσμό της Ευρώπης παραμένει χαμηλός και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Η θέση του ΠΟΥ και οι επόμενες κινήσεις
Το περιστατικό «υπενθυμίζει τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται όσοι εργάζονται στην πρώτη γραμμή», δήλωσε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γεμπρεγέσους, υπογραμμίζοντας ότι ο συνολικός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία παραμένει «χαμηλός» διεθνώς.
Ο επικεφαλής του Οργανισμού ανακοίνωσε ότι την επόμενη εβδομάδα θα ξεκινήσει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό κλινική δοκιμή δύο θεραπειών κατά του Έμπολα. «Οι προετοιμασίες έχουν πλέον ολοκληρωθεί για μια κλινική δοκιμή δύο θεραπειών, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει στη ΛΔΚ την επόμενη εβδομάδα», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για το μονοκλωνικό αντίσωμα MBP134 και το αντιικό φάρμακο ρεμδεσιβίρη.
Ωστόσο, ο Τέντρος σημείωσε πως το ξέσπασμα του Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στην Ουγκάντα εξακολουθεί να υπερβαίνει σε ταχύτητα τις προσπάθειες ιατρικής αντιμετώπισης. «Παρά την καλή πρόοδο που έχουμε σημειώσει, εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε σημαντικές προκλήσεις και η νόσος συνεχίζει να ξεπερνά σε ταχύτητα την ιατρική αντιμετώπιση», τόνισε.
«Η ιχνηλάτηση των επαφών είναι ανεπαρκής, η ικανότητα θεραπείας είναι περιορισμένη και οι ασφαλείς ταφές παραμένουν μια σημαντική πρόκληση, με το σύστημα υγείας να βρίσκεται υπό πίεση», πρόσθεσε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ.