Από τα μεσάνυχτα τέθηκε σε ισχύ η κυβερνητική απόφαση για έκπτωση στον φόρο καυσίμων κατά περίπου 17 σεντς ανά λίτρο, με στόχο την ανακούφιση των καταναλωτών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Τις πρώτες ώρες εφαρμογής, το μέτρο φάνηκε να αποδίδει, ωστόσο μετά τη ρύθμιση των τιμών το μεσημέρι, το όφελος για τους οδηγούς περιορίστηκε αισθητά.
Οι εταιρίες καυσίμων δεν μετακύλισαν πλήρως το όφελος από τη μείωση του ενεργειακού φόρου που ενέκρινε η Bundestag την προηγούμενη εβδομάδα, στο πλαίσιο αντιμετώπισης της αύξησης τιμών λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η παρέμβαση οδήγησε προσωρινά τις τιμές κάτω από τα 2 ευρώ το λίτρο, αλλά μέχρι το μεσημέρι οι εταιρίες, αξιοποιώντας τη δυνατότητα ημερήσιας αναπροσαρμογής, προχώρησαν σε νέες αυξήσεις.
Σύμφωνα με τη Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου ADAC, η μέση τιμή της βενζίνης Super E10 αυξήθηκε σε εθνικό επίπεδο κατά 12,1 σεντς, φτάνοντας τα 2,076 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το ντίζελ ανέβηκε κατά 13,3 σεντς στα 2,177 ευρώ. Νωρίτερα, στις 08:00, η μέση τιμή για την Ε10 είχε διαμορφωθεί στα 1,976 ευρώ — περίπου 10 σεντς χαμηλότερα από χθες — και το ντίζελ είχε μειωθεί κατά 10,4 σεντς στα 2,063 ευρώ.
Η ADAC σημειώνει πως «οι πετρελαϊκές εταιρίες αντισταθμίζουν για άλλη μια φορά τους κινδύνους τους» και υπογραμμίζει ότι, δεδομένου του υψηλού κόστους και της μείωσης του φόρου, υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω αποκλιμάκωση. Η Λέσχη χαρακτηρίζει αδικαιολόγητη τη μεσημβρινή αύξηση, εκτιμώντας ωστόσο ότι το όφελος της έκπτωσης θα περάσει στους καταναλωτές μέσα στο Σαββατοκύριακο.
«Έκπληκτος» από την καθυστέρηση στη μετακύλιση του οφέλους δήλωσε ο οικονομολόγος ενέργειας Μανουέλ Φρόντελ από το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Leibnitz. Όπως τόνισε, με τη δεδομένη δημοσιότητα γύρω από το θέμα, οι μεγάλες εταιρίες δύσκολα μπορούν να δικαιολογήσουν μια τόσο περιορισμένη μείωση των τιμών τις πρώτες ημέρες εφαρμογής του μέτρου.