Η ιρανική οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, καθώς βασικοί παραγωγικοί τομείς καταρρέουν υπό το βάρος του πολέμου και των διεθνών πιέσεων. Η παραδοσιακή βιομηχανία χαλιών έχει ουσιαστικά παραλύσει, ενώ ακόμη και βασικοί κλάδοι όπως τα γαλακτοκομικά αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε υλικά συσκευασίας. Παράλληλα, η άλλοτε ισχυρή χαλυβουργία της χώρας έχει δεχθεί καίριο πλήγμα, με αποτέλεσμα μαζικά λουκέτα και εκτεταμένες απώλειες θέσεων εργασίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Associated Press, μετά από εβδομάδες αεροπορικών επιδρομών από Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ, χιλιάδες βιομηχανικές εγκαταστάσεις έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Οι επιπτώσεις διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία, τροφοδοτώντας ένα κύμα ακρίβειας: οι τιμές βασικών ειδών διατροφής εκτοξεύονται, με το κοτόπουλο να αυξάνεται κατά 75% μέσα σε μία εβδομάδα, ενώ το βοδινό και το αρνί ακολουθούν με αυξήσεις σχεδόν 70%. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν διπλασιάσει την τιμή τους.
Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, που περιορίζει δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου — βασική πηγή εσόδων για τη χώρα. Το οικονομικό αδιέξοδο ενισχύει τον κοινωνικό αναβρασμό, επαναφέροντας τον κίνδυνο μαζικών διαδηλώσεων, όπως εκείνων που είχαν ήδη κατασταλεί βίαια πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση, προβάλλοντας ως μοχλό πίεσης τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Η ιρανική ηγεσία αφήνει να εννοηθεί ότι η ναυσιπλοΐα στην κρίσιμη αυτή αρτηρία της παγκόσμιας ενέργειας θα εξαρτηθεί από την άρση του αποκλεισμού και τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Οι απώλειες στην αγορά εργασίας είναι ήδη τεράστιες. Επισήμως, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους, ενώ οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι έως και τα μισά εργατικά χέρια της χώρας κινδυνεύουν έμμεσα, λόγω ενός εκτεταμένου «ντόμινο» στην παραγωγή.
Οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν σε στρατιωτικούς στόχους, αλλά επηρέασαν και κρίσιμες πολιτικές υποδομές. Περίπου 20.000 εργοστάσια —δηλαδή το ένα πέμπτο της βιομηχανικής βάσης— έχουν πληγεί, μεταξύ αυτών φαρμακευτικές μονάδες, εργοστάσια χημικών και εγκαταστάσεις αλουμινίου και τσιμέντου. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πλήγμα στους τομείς χάλυβα και πετροχημικών, με δεκάδες μονάδες να έχουν διακόψει τη λειτουργία τους, παραλύοντας βασικούς εξαγωγικούς πυλώνες της οικονομίας.
Η κρίση επεκτείνεται αλυσιδωτά σε όλη την αγορά: από τις πρώτες ύλες μέχρι τα τελικά προϊόντα, επηρεάζοντας ακόμα και την παραγωγή και διανομή τροφίμων. Ταυτόχρονα, ο περιορισμός της πρόσβασης στο διαδίκτυο έχει πλήξει καίρια τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η διατάραξη των εμπορικών σχέσεων με χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δυσχεραίνει περαιτέρω τις εισαγωγές.
Στην πόλη Κασάν, ιστορικό κέντρο της ιρανικής ταπητουργίας, περίπου το 80% των μονάδων έχει αναστείλει τη λειτουργία του. Οι εξαγωγές έχουν σχεδόν μηδενιστεί, ενώ το κόστος παραγωγής αυξάνεται διαρκώς λόγω ακριβότερων πρώτων υλών.
Η κρίση αγγίζει και άλλους κλάδους: η οικοδομική δραστηριότητα έχει «παγώσει», επηρεάζοντας βιομηχανίες που εξαρτώνται από αυτήν, όπως ο κλάδος εξοπλισμού εξαερισμού. Επιχειρήσεις μειώνουν προσωπικό ή εγκαταλείπουν έργα, οδηγώντας σε επιπλέον απώλειες θέσεων εργασίας.
Παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι η οικονομία μπορεί να αντέξει, οι πιέσεις στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης αυξάνονται, καθώς τα έσοδά του συνδέονται άμεσα με πληττόμενους κλάδους όπως τα πετροχημικά.
Αν και το Ιράν διατηρεί αποθέματα βασικών υλικών που μπορούν να στηρίξουν την οικονομία βραχυπρόθεσμα, η μακροπρόθεσμη προοπτική παραμένει αβέβαιη. Η δυνατότητα ανάκαμψης, σύμφωνα με αναλυτές και επιχειρηματίες, εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την άρση των διεθνών κυρώσεων και την αποκατάσταση των εμπορικών ροών. Χωρίς αυτήν, κάθε αισιόδοξο σενάριο φαίνεται δύσκολο να επιβεβαιωθεί.