Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Ιράν στον ΟΗΕ, πρέσβης Αμίρ Ιραβανί, προέβη σε δηλώσεις προς τους δημοσιογράφους, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας με θέμα «τα παιδιά, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και τις συγκρούσεις», στην οποία συμμετείχε η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ.
Ο κ. Ιραβανί ανέφερε ότι στις «28 Φεβρουαρίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε πλήρη συντονισμό με το Ισραήλ, εξαπέλυσαν δεύτερη εσκεμμένη και απρόκλητη στρατιωτική επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν», χαρακτηρίζοντάς την «υπολογισμένη πράξη επιθετικότητας».
Τόνισε ότι «μεγάλες πόλεις και πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές στοχοποιήθηκαν», με αποτέλεσμα «εκατοντάδες αθώοι άμαχοι να χάσουν τη ζωή τους». Κατά τον ίδιο, τα πλήγματα συνιστούν «κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» και «άμεση επίθεση στα θεμέλια του διεθνούς δικαίου».
Αναφερόμενος στην έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, υπογράμμισε ότι «τα γεγονότα ήταν σαφή. Η επιθετικότητα ήταν σαφής. Η ευθύνη ήταν σαφής».
Ο Ιρανός διπλωμάτης καταδίκασε «την απερίσκεπτη και άνευ προηγουμένου κλιμάκωση», υποστηρίζοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στοχοποίησαν σκόπιμα τον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Σαγιέντ Αλί Χαμενεΐ, και πολλούς ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους». Όπως είπε, πρόκειται για «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου» που «θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το διεθνές σύστημα».
Ο κ. Ιραβανί κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ότι «στοχοποιούν σκόπιμα αμάχους και πολιτικές υποδομές», σημειώνοντας ότι «σχολεία, νοσοκομεία, εγκαταστάσεις της Ερυθράς Ημισελήνου και κτίρια κατοικιών δέχθηκαν επίθεση».
Υποστήριξε ότι «ένα σχολείο θηλέων στο Μινάμπ καταστράφηκε σκόπιμα» με αποτέλεσμα «165 αθώες μαθήτριες να μαρτυρήσουν», ενώ «παρόμοιες επιθέσεις οδήγησαν σε θάνατο αρκετούς μαθητές σε άλλες πόλεις».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «περαιτέρω πλήγματα έπληξαν κτίρια της Ερυθράς Ημισελήνου» και νοσοκομεία, ενώ «πύραυλοι έπληξαν πυκνοκατοικημένη περιοχή στο Σαναντάζ». Οι ενέργειες αυτές, όπως δήλωσε, «συνιστούν εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».
Κριτική προς τις ΗΠΑ και αναφορά στο δικαίωμα αυτοάμυνας
Επικρίνοντας την Ουάσιγκτον, ο Ιραβανί χαρακτήρισε «βαθιά ντροπιαστικό και υποκριτικό» το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκάλεσαν συνεδρίαση για την «προστασία των παιδιών» και τη «διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», ενώ ταυτόχρονα «εξαπολύουν πυραυλικά πλήγματα κατά ιρανικών πόλεων, βομβαρδίζουν σχολεία και σκοτώνουν παιδιά».
Υπογράμμισε ότι «δεν υπήρχε επικείμενη απειλή από το Ιράν», επισημαίνοντας πως «το πυρηνικό μας πρόγραμμα είναι αποκλειστικά ειρηνικό» και ότι «η λεγόμενη προληπτική επίθεση δεν έχει καμία βάση στο διεθνές δίκαιο». Τόνισε επίσης ότι «η απαγόρευση της χρήσης βίας είναι απόλυτη, εκτός εάν πρόκειται για αυτοάμυνα έναντι ένοπλης επίθεσης».
Επικαλούμενος το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη, ανέφερε ότι το «Ιράν ασκεί το εγγενές του δικαίωμα αυτοάμυνας», προσθέτοντας ότι «η απάντησή μας είναι νόμιμη, αναγκαία και αναλογική».
Ο Ιραβανί επεσήμανε ότι «στοχοποιούμε μόνο στρατιωτικούς στόχους των εχθρικών δυνάμεων» και διαβεβαίωσε πως «το Ιράν δεν επιδιώκει πόλεμο ούτε κλιμάκωση», αλλά «δεν θα παραδώσει την κυριαρχία του».
Έκκληση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας
Θέτοντας το ευρύτερο διακύβευμα, διερωτήθηκε αν «μπορεί ένα ισχυρό κράτος να επιτίθεται σε άλλο κυρίαρχο μέλος των Ηνωμένων Εθνών ατιμώρητα», προειδοποιώντας ότι «τα δύο μέτρα και δύο σταθμά θα καταστρέψουν την αξιοπιστία αυτού του Συμβουλίου» και ότι «η σιωπή θα ενθαρρύνει περαιτέρω ανομία».
Κλείνοντας, ο πρέσβης τόνισε ότι «όσο συνεχίζεται η επιθετικότητα, το Ιράν θα αμύνεται αποφασιστικά και χωρίς δισταγμό» και κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να ενεργήσει «σταθερά, ξεκάθαρα και χωρίς αμφισημίες».
Σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τα χτυπήματα στα ΗΑΕ, στο Κατάρ και σε άλλες γειτονικές χώρες, ο Ιρανός πρέσβης απάντησε ότι «δεν επιτιθέμεθα στα συμφέροντα των γειτονικών μας χωρών. Υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας», διευκρινίζοντας ότι «στοχεύουμε τις εγκαταστάσεις και τα μέσα και τα περιουσιακά στοιχεία των Ηνωμένων Πολιτειών (...) τα οποία βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτών των χωρών».