Δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 20 ετών τον πρώην μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης και υπέρμαχο της δημοκρατίας Τζίμι Λάι, για αθέμιτη σύμπραξη με δυνάμεις του εξωτερικού και διέγερση σε εξέγερση μέσω του Τύπου. Η απόφαση εκδόθηκε παρά τις έντονες πιέσεις της Βρετανίας, των ΗΠΑ και οργανώσεων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που ζητούσαν την απελευθέρωσή του.
Ο επιχειρηματίας και ιδρυτής της εφημερίδας Apple Daily, η οποία έχει πλέον αναστείλει την έκδοσή της, αντιμετώπιζε αρχικά ποινή έως και ισόβιας κάθειρξης. Κρίθηκε ένοχος στις 15 Δεκεμβρίου για τρεις κατηγορίες, σε δίκη που σύμφωνα με υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σηματοδότησε το τέλος της ελευθερίας του Τύπου στην αυτόνομη περιοχή, η οποία επανήλθε στην κυριαρχία της Κίνας το 1997.
Η καταδίκη βασίστηκε στον νέο νόμο περί εθνικής ασφαλείας, που επιβλήθηκε από το Πεκίνο μετά τις μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας το 2019. Ο νόμος αυτός προβλέπει αυστηρές ποινές για περιπτώσεις συνεργασίας με ξένες δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τα ισόβια.
Στην εκτενή ετυμηγορία των 856 σελίδων, οι δικαστές σημείωσαν ότι ο 78χρονος Λάι «έτρεφε έχθρα και μίσος» προς την Κίνα επί δεκαετίες και επιδίωκε «να ανατρέψει το Κομμουνιστικό Κόμμα» της χώρας.
Ο Τζίμι Λάι, κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου, κρατείται από το 2020 και βρίσκεται σε απομόνωση κατόπιν «δικού του αιτήματος», σύμφωνα με τις αρχές. Η οικογένειά του, ωστόσο, εκφράζει ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του.
Αντιδράσεις από διεθνείς ηγέτες και οργανώσεις
Ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, του οποίου η υπουργός Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ κατήγγειλε τους «πολιτικούς διωγμούς» σε βάρος του Λάι, δήλωσε ότι έθεσε το ζήτημα κατά τις συνομιλίες του με τον κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.
Από την πλευρά του, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την ελπίδα ότι ο κινέζος ομόλογός του θα μεριμνήσει για την απελευθέρωση του Τζίμι Λάι.
Η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε την καταδίκη «κακό οιωνό για την ελευθερία του Τύπου στο Χονγκ Κονγκ», ενώ η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) έκανε λόγο για «μασκαράτα από την αρχή μέχρι το τέλος».
Η οργάνωση Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) υπογράμμισε ότι η δίκη του Λάι αποτέλεσε «δοκιμασία για το μέλλον της ελευθερίας του Τύπου» στην περιοχή.
Το Πεκίνο απέρριψε τις επικρίσεις, ενώ οι αρχές του Χονγκ Κονγκ υποστήριξαν ότι η υπόθεση δεν σχετίζεται «με την ελευθερία της έκφρασης ή του Τύπου».